f.v c.b

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

ΕΑΠ EΠO12: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΘΕΜΑ 3ης ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Έχετε μελετήσει μέχρι το κεφάλαιο 11 του Εγχειριδίου μελέτης μαζί με το παράλληλο Κείμενο 2, όπου εξετάζονται οι μεταβολές της γεωγραφίας και του υλικού πολιτισμού της Ευρώπης μέχρι τον 19ο αι. μ. Χ. Στην εργασία αυτή σας ζητείται να σχολιάσετε τεκμηριωμένα και κριτικά το φαινόμενο της μετανάστευσης κατά τον 19ο αι. σε σύγκριση με τον 16ο. Αναζητείστε τους παράγοντες που την δημιουργούν και τις συνέπειές της για τον Ευρωπαϊκό χώρο, ιδιαίτερα σε αστικό επίπεδο. Πού κατευθύνθηκαν κυρίως τα μεταναστευτικά ρεύματα και γιατί; Ποιες οι συνέπειες των πληθυσμιακών εισροών για τους τόπους προέλευσης και για τις περιοχές υποδοχής.

 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

   Σκοπός της 3ης εργασίας είναι η κριτική εξέταση της μετανάστευσης κατά τον 19ο αιώνα σε σύγκριση με το 16ο αιώνα. Ένα φαινόμενο το οποίο επηρέασε και επηρεάστηκε από οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και είναι άμεσα συνυφασμένο με την αστικοποίηση.
   Στην εργασία θα αναδείξω τους παράγοντες που δημιουργούν τη μετανάστευση και κατά πόσο επηρέασε, αυτή, την αστικοποίηση. Θα δούμε την πορεία που ακολούθησαν τα μεταναστευτικά ρεύματα και τους λόγους καθώς και τις επιπτώσεις στις περιοχές υποδοχής.
   Αρχικά, θα ξεκινήσω με μια σύντομη παρουσίαση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της Ευρώπης τον 16ο και 19ο αιώνα. Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθώ με τα μεταναστευτικά ρεύματα του 16ου αιώνα και την αστικοποίηση και στο τρίτο μέρος με την μετανάστευση και αστικοποίηση κατά τον 19ο αιώνα. Θα κλείσω την εργασία με τον επίλογο.

2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.

   Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως την περίοδο που εξετάζουμε βρισκόμαστε στην εποχή της Αναγέννησης και του ουμανισμού, η Ευρώπη διχάζεται από την θρησκευτική μεταρρύθμιση και την αντιμεταρρύθμιση, από την πλευρά της καθολικής εκκλησίας, με χιλιάδες νεκρούς στο βωμό της θρησκείας. Η ανατολική αυτοκρατορία έχει πάψει να υφίσταται από το 1453, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης και ένας νέος εχθρός απειλεί την χριστιανική Ευρώπη: οι Οθωμανοί Τούρκοι που έχουν εδραιωθεί στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Ένας εχθρός ο οποίος για να ανακοπεί χρειάζεται χρήμα και στρατό για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα η Ευρώπη συνταράσσεται από συνεχείς πολέμους μεταξύ των δυναστικών οίκων για την πολιτική και οικονομική κυριαρχία στην Ευρώπη. Όλα αυτά συντελούν στην οικονομική επιβάρυνση των κατώτερων στρωμάτων με την επιβολή φορολογικών μέτρων που τους οδηγούν στην εξαθλίωση.
   Είναι η περίοδος στην οποία η χωροδεσποτική εξουσία παραχωρεί τα ηνία στην βασιλική εξουσία τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η είσοδος του καπιταλισμού στην αγροτική οικονομία αποτελεί καινοτόμο σημείο στην οικονομική ανάπτυξη του 16ου αιώνα με την εξαγορά της γης από τους αστούς και τη νέα τάξη των αξιωματούχων.(1)
   Στην πρώιμη νεότερη περίοδο ο πληθυσμός στην Ευρώπη παραμένει αγροτικός, ενώ η αγροτική παραγωγή και οικονομία αποτελεί, τη βάση, το στήριγμα της κοινωνίας και εξουσίας. Οι αστικοί πληθυσμοί αποστασιοποιούνται από την αγροτική ύπαιθρο απαξιώνοντας τους αγρότες θεωρώντας τους πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η παρακμή του φεουδαλισμού στη δυτική Ευρώπη και η επικράτηση του στην ανατολική Ευρώπη καθώς και η επέκταση της καλλιεργήσιμης γης.
   Το εσωτερικό της αγροτικής κοινότητας χαρακτηρίζεται από τετραμερή κοινωνική διαστρωμάτωση, εύποροι κτηματίες από τη μια άκληροι αγρότες από την άλλη με τους τελευταίους να δέχονται τις επιπτώσεις από την αυξανόμενη πληθυσμιακή έκρηξη. Αποτέλεσμα της δημογραφικής αύξησης είναι η άνοδος της φτώχειας, η προσφυγή στην επαιτεία και η αύξηση των περιπλανώμενων άκληρων αγροτών προς ανεύρεση εργασίας.(2) Σταδιακά η γη περνάει στα χέρια της αστικής τάξης οι εύποροι αγρότες γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι με την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης.(3)
   Ενώ στη Δυτική Ευρώπη έχουμε την εμφάνιση μιας πρώτης μορφής καπιταλιστικής οικονομίας στον αγροτικό τομέα, με την ολοένα και αυξανόμενη εκμίσθωση των φεουδαρχικών αγροτεμαχίων και την δημιουργία μεγάλων αγροκτημάτων. Δυστυχώς σε αυτού του είδους την αγροτική εκμετάλλευση γης επιβιώνουν ανταγωνιστικά οι προνομιούχοι αφού οι μικροκαλλιεργητές δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά λόγω του υψηλού μισθώματος. Στην ανατολική Ευρώπη η αναβίωση της δουλοπαροικίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην αγροτική πραγματικότητα με την πλήρη εκμετάλλευση και εμπορία των αγροτικών ειδών από την πλευρά των αρχόντων – γαιοκτημόνων.(4)
   Το 19ο αιώνα η βιομηχανική επανάσταση και η κυριαρχία της καπιταλιστικής οικονομίας επηρέασε και τον αγροτικό τομέα με την εμπορευματοποίηση της γης, την εξαφάνιση της μικρής ιδιοκτησίας και την απομάκρυνση του αγροτικού πληθυσμού από τη γη, με την ταυτόχρονη μετατροπή του σε εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία της βιομηχανίας. Η εκμηχάνιση της βιομηχανίας προκαλεί μεγάλο πλήγμα στο χώρο των τεχνιτών και τους ωθεί στην ανεργία.(5)
   Από πολιτικής πλευράς είναι η εποχή των επαναστάσεων και των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, κυρίως των λαών της βαλκανικής χερσονήσου.

3. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ.

   Τον 16ο αιώνα ένας νέος άνεμος δημιουργίας πνέει στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Είναι η εποχή της Αναγέννησης και του Ουμανισμού, η εποχή όπου ο άνθρωπος τίθεται στο επίκεντρο της δημιουργίας και τονίζεται η δυναμική του και η χειραφέτηση του από το μεταφυσικό.
   Ο πληθυσμός παραμένει αγροτικός και η νέα κρατική οντότητα, το έθνος – κράτος, με χαρακτηριστικό την συγκεντρωτική εξουσία, εμποτισμένη από την έννοια του έθνους, την κοινή γλώσσα και τα έθιμα, προσπαθεί να επιβάλλει την εξουσία της και να ορθοποδήσει.
   Η Ευρώπη επεκτείνεται προς το νέο κόσμο και την Ασία αλλά η απειλή εξ ανατολών συνεχίζει να υφίσταται και ο πληθυσμός θα παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι πόλεις παραμένουν μικρές και πολλοί αγρότες είναι καθηλωμένοι στην ύπαιθρο. Αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον πληθυσμό της Ευρώπης, αυτός αυξάνεται και η μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα αποτελεί τον κινητήριο μοχλό ανάπτυξης των πόλεων. Η μετανάστευση είναι κυρίως εσωτερική, εντός δηλαδή της Ευρωπαϊκής ηπείρου, αρχίζει να αναπτύσσεται, όμως, και η εξωτερική μετανάστευση προς το νέο κόσμο και τις υπόλοιπες αποικίες των ευρωπαϊκών κρατών.

Λόγοι μετανάστευσης.

   Κατά το 16ο αιώνα οι έμποροι πέραν τον εμπορικών δραστηριοτήτων τους κάνουν στροφή σε νέα είδη οικονομικών δραστηριοτήτων με σκοπό, την αύξηση της δύναμης τους έναντι των υπόλοιπων αστικών στρωμάτων και καλυτέρευσης
   Μια από αυτές τις δραστηριότητες είναι η αγορά ακινήτων στην ύπαιθρο και στις πόλεις και ο δανεισμός αγροτών, ευγενών και μοναρχών. Ο δανεισμός έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου οι σοδειές ήταν καταστροφικές, και είχε ως αποτέλεσμα τον έλεγχο των αγροτών από τους αστούς δανειστές τους. Η αδυναμία των αγροτών να αποπληρώσουν τα δάνεια που έπαιρναν, τα οποία επιβαρύνονταν με υψηλούς τόκους, οδήγησε στον έλεγχο της αγροτικής γης και στην μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στους αστούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μετατροπή των αγροτών σε μετακινούμενο εργατικό δυναμικό προς ανεύρεση εργασίας, κυρίως προς τις πόλεις.(6)
   Τον 16ο αιώνα εμφανίζεται και μια πρώτη μορφή καπιταλισμού με την παρακμή της φεουδαρχίας στη δυτική Ευρώπη. Οι περισσότεροι χωρικοί ήταν ενοικιαστές ή καλλιεργούσαν τα κτήματα του γαιοκτήμονα και του παραχωρούσαν μερίδιο από την παραγωγή. Η πληθυσμιακή αύξηση είχε ως αποτέλεσμα την παράλληλη αύξηση των μικροκληρούχων, με τους τελευταίους να είναι σε δεινή οικονομική θέση μην μπορώντας να ανταπεξέλθουν οικονομικά και προσφεύγοντας στον δανεισμό, κάτι που τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη φτώχεια και στη μετανάστευση. Η επιβολή φόρων στους αγρότες από τρεις διαφορετικούς θεσμούς, εκκλησία, κράτος και φεουδάρχες, και οι καταστροφικές σοδειές προστίθενται στους λόγους που οδηγούν στη φτώχεια τους αγρότες με άμεσο επακόλουθο την αναζήτηση καλύτερης τύχης σε άλλο μέρος.(7)
   Ο κυριότερος λόγος που οδήγησε στη μετανάστευση κατά το 16ο αιώνα ήταν και οι δυναστικοί πόλεμοι, με κυριότερο τον τριακονταετή πόλεμο, αλλά και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, τους οποίους τροφοδότησε η θρησκευτική μισαλλοδοξία της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης.
   Παρατηρούνται μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ανάλογα με τα θρησκευτικά τους πιστεύω, λόγο της καταναγκαστικής, και πολλές φορές βίαιης, εκδίωξης τους από τις πατρογονικές τους εστίες, ανάλογα με το δόγμα που επικρατεί σε αυτές. Από τις μεγαλύτερες μεταναστεύσεις πληθυσμών ήταν αυτή που προήλθε μετά τη «Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου», στην οποία 12.000 Γάλλοι προτεστάντες μεταναστεύουν στην Προτεσταντική Ελβετία για να γλιτώσουν από τη σφαγή που εξαπέλυσαν οι καθολικές δυνάμεις στη Γαλλία.(8)
   Πέρα από την εσωτερική μετανάστευση έχουμε με τις ανακαλύψεις του νέου κόσμου και την δημιουργία αποικιών και εξωτερική μετανάστευση για την επάνδρωση και έλεγχο των αποικιών.

Αστικές λειτουργίες τον 16ο Αιώνα.

   Η αστική μορφή στην Ευρώπη της Αναγέννησης αποτελούνταν από χωρία μικρού πληθυσμιακού αριθμού, αλλά ευνοούμενου από τη θέση που κατείχαν στο χώρο. Οι περιοχές που αστικοποιήθηκαν ήταν αυτές που είχαν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα.(9) Ο αριθμός του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικά κέντρα αποτελεί μόνο το 15% με βασική ασχολία την εκμετάλλευση της γης. Επίσης, η μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις αποτελεί γνώρισμα της περιόδου.
   Στα δυτικά και κεντρικά της Ευρώπης υπήρχε η «πόλη εμπορικό κέντρο» η οποία αποτελούσε την κύρια διαδικασία εξέλιξης των πόλεων με την οικονομική και εμπορική κίνηση κυρίαρχη και με την ύπαρξη επαρκών εδαφών κατάλληλων να σιτίσουν τον πληθυσμό της πόλης.
   Η πόλη «πρωτεύουσα» στην οποία συντελούνται όλες οι διαδικασίες αποφάσεων αποτελεί μία κατηγορία πόλεων της εποχής. «Οι μεγάλες πόλεις όφειλαν το μέγεθος τους στην «υπέρτατη εξουσία και δύναμη», γιατί η κυβέρνηση «προσελκύει την εξάρτηση, και η εξάρτηση τη συνάθροιση και η συνάθροιση το μεγαλείο» έλεγε ο Botero. Οι πόλεις πρωτεύουσες ήταν και οι μεγαλύτερες πόλεις, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτό συνεπαγόταν από το μέγεθος μιας χώρας.(10) Η ανάπτυξη αυτού του είδους των πόλεων συνεπάγεται και από τη δημιουργία μόνιμων κυβερνητικών βάσεων. Το Παρίσι είχε πληθυσμό περίπου 200.000 κατοίκων με ανάπτυξη αναγκών οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου όπως για παράδειγμα η συνεχόμενη τροφοδότηση της πόλης. Η μοναδική μεγαλύτερη πληθυσμιακά πόλη της εποχής μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε η Κωνσταντινούπολη με πληθυσμό 500.000 κατοίκους ενώ το Λονδίνο και η Μόσχα είχαν το μέγεθος μικρών κωμοπόλεων.
   Η πόλη «λιμάνι» αποτελεί ένα ακόμα δείγμα αστικού κέντρου της εποχής τα οποία ήταν ήδη γνωστά όπως η Γένοβα, η Βενετία, η Βαρκελώνη και η Μασσαλία. Κατά το 16ο αιώνα οι ανακαλύψεις και η δημιουργία του Νέου Κόσμου ευνόησαν τις εμπορικές συναλλαγές και τη δημιουργία οδικών συνδέσμων. Ως αποτέλεσμα των ανακαλύψεων είχαμε τη δημιουργία νέων αστικών σημείων στην Ιβηρική χερσόνησο (Σεβίλλη, Λισαβόνα) και στις Κάτω Χώρες (Μπριζ, Αμβέρσα και αργότερα Άμστερνταμ).
   Η χάραξη των πόλεων στο εσωτερικό τους δεν διέφερε από αυτό του 14ου αιώνα. Οι δρόμοι ήταν στενοί και βρόμικοι. Οι οικίες ήταν κολλητά χτισμένες, τα «δημόσια κτίρια, όπως το δημαρχείο, καθώς και οι πύργοι και οι οβελίσκοι των ναών»(11) ήταν αυτά που δέσποζαν στο κέντρο. Το υλικό που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των πόλεων ήταν το ξύλο και ο πηλός. Οι πόλεις δεν εκτείνονταν μακριά από τα τείχη τους παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα η Νυρεμβέργη.(12)
   Η ύδρευση και η αποχέτευση παρέμενε η ίδια από τον 14ο αιώνα με αποτέλεσμα την ύπαρξη ακατάλληλου προς πόση νερού και την δημιουργία επιδημιών καθώς και της μόλυνσης των ποταμών. Το πρόβλημα της ύδρευσης προέκυπτε από την αδυναμία των πόλεων να έχουν υπό την κυριαρχία τους έδαφος και πηγές μακριά από τα τείχη τους.(13) Η προμήθεια των μεγάλων πόλεων απαιτούσε την εισαγωγή τροφίμων από άλλες περιοχές, ενώ οι μικρές πόλεις μπορούσαν να συντηρήσουν μόνες τους κατοίκους τους.

3. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ.

   Ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε από την εκμηχάνιση της βιομηχανίας, την ανάπτυξη των μεταφορικών μέσων, την ανάπτυξη του εμπορίου, την συνεχόμενη από τον 18ο αιώνα δημογραφική αύξηση και τις επαναστάσεις για εθνική ανεξαρτησία. Είναι η περίοδος μετάβασης από την αγροτική στην καπιταλιστική οικονομία και η μετεξέλιξη της κοινωνίας, από την αγροτική στη βιομηχανική.
   Η μεγαλύτερη μετανάστευση πραγματοποιείται προς το νέο κόσμο οπού οι Ευρωπαίοι κατά χιλιάδες αναχωρούν για την Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές αφού η οικονομική ανάπτυξη της ηπείρου θεωρείται ευοίωνη και απαιτούνται αρκετά εργατικά χέρια.

Λόγοι που οδηγούν στη μετανάστευση.

   Η αύξηση του πληθυσμού ευνοείται από την μείωση των θανάτων χάρη στα νέα επιτεύγματα της επιστήμης και της ιατρικής ( ανακαλύψεις του Παστέρ, νέα εμβόλια κ.α), στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, στην καλύτερη διατροφή (λόγο της αυξημένης γεωργικής παραγωγής και της μείωσης των τιμών) και η αύξηση των γάμων και η τέλεση αυτών σε μικρή ηλικία.(14)
   Η πυκνότητα του πληθυσμού είναι μεγάλη και οι γεννήσεις περισσότερες από τους θανάτους. Η αύξηση του πληθυσμού τροφοδοτεί τις πόλεις με μετανάστες από την αγροτική ύπαιθρο η οποίοι καταφεύγουν στις πόλεις αναζητώντας επαγγελματική αποκατάσταση και ευκαιρίες στην βιομηχανική πόλη. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης ήταν η ερήμωση της υπαίθρου και ο αστικός πληθυσμός θα ξεπεράσει, για πρώτη φορά, τον αγροτικό.(15)
   Η εξωτερική μετανάστευση συνεχίζεται από χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία όπου εξάγουν πλεονάζον εργατικό δυναμικό ενώ η Γαλλία που δεν έχει την ανάλογη αύξηση του πληθυσμού δέχεται μεταναστευτικά ρεύματα από χώρες όπως η Ελβετία το Βέλγιο η Γερμανία και η Ιταλία. Στην ανατολική Ευρώπη η εξωτερική μετανάστευση προκαλείται από την απουσία ισχυρής βιομηχανίας που δεν είναι σε θέση να απορροφήσει το πλεονάζον εργατικό δυναμικό με αποτέλεσμα αυτό να στρέφεται στην υπερπόντια μετανάστευση.(16)
   Η Ιρλανδία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εξαγωγής μεταναστών προς το νέο κόσμο αφού στο τέλος του αιώνα ο μισός της πληθυσμός βρίσκεται σε άλλη χώρα. Ο λόγος που οδήγησε τους Ιρλανδούς στη μετανάστευση είναι καθαρά οικονομικός. Οι Ιρλανδοί μαστίζονται από ανεργία και στο σύνολο τους αποτελούν εποχιακούς εργάτες. Η οικονομική τους δυσπραγία δεν τους επιτρέπει να τρέφονται με τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας όπως κρέας, δημητριακά, οπότε στρέφονται στην καλλιέργεια της πατάτας. Από το 1840 έως το 1845 η καλλιέργεια της πατάτας πλήττεται από μια ασθένεια που καταστρέφει τις σοδειές και προκαλείτε σιτοδεία η οποία σε συνδυασμό με τις επιδημίες που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος λόγο της ανεπαρκούς διατροφής οδηγεί στο θάνατο 1,5 εκατομμύριο Ιρλανδών και 1 εκατομμύριο στην μετανάστευση. Η μετανάστευση των Ιρλανδών έγινε αποκλειστικά προς τις Η.Π.Α. δημιουργώντας προβλήματα στον ντόπιο πληθυσμό διότι οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και οι φτωχοί Ιρλανδοί δέχονται να δουλέψουν με αρκετά χαμηλούς μισθούς, κάτι που προκαλεί την αντίδραση του ντόπιου εργατικού δυναμικού.(17)
   Τα στοιχεία που μας δίνουν οι Berstein και Milza για το μέγεθος της εξωτερικής μετανάστευσης είναι χαρακτηριστικά : «Ο αριθμός των Ευρωπαίων που εγκατέλειψαν τη γηραιά ήπειρο μεταξύ 1871 και 1915 εκτιμάται σε 36 εκατομμύρια, στους οποίους πρέπει να προστεθούν 5 η 6 εκατομμύρια Ρώσοι που διέβησαν τα Ουράλια για να εγκατασταθούν στις αχανείς εκτάσεις της Σιβηρίας και της κεντρικής Ασίας.» Η μετανάστευση δεν είναι οριστική και πολλοί από τους μετανάστες επιστρέφουν στις βάσεις τους μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.(18)
   Οι λόγοι που οδηγούν των άνθρωπο στη μετανάστευση είναι κατά κύριο λόγο οικονομικοί. Η παρακμή της αγροτικής οικονομίας και η υποβάθμιση της υπαίθρου από την ανεπτυγμένη βιομηχανικά αστική περιοχή αλλά και η εκμηχάνιση που οδήγησε στην ανεργία πολλούς τεχνίτες.
   Η θρησκεία συνεχίζει να αποτελεί παράγοντα μετανάστευσης, αυτή τη φορά υπό μορφή διώξεων πληθυσμών, που δεν ανήκουν στον χριστιανικό κόσμο και συγκεκριμένα τους Εβραίους οι οποίοι υφίστανται διώξεις από την εποχή της Μεταρρύθμισης. Τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι διώκονται από τη Ρωσία και οδηγούνται στην υπερπόντια μετανάστευση, στις Ηνωμένες πολιτείες Αμερικής, σε αντίθεση με τους προηγούμενους αιώνες που στρέφονταν στην εσωτερική μετανάστευση.
   Η μεγαλύτερη μετανάστευση πραγματοποιείται προς το νέο κόσμο οπού οι Ευρωπαίοι κατά χιλιάδες αναχωρούν για την Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές αφού η οικονομική ανάπτυξη της ηπείρου θεωρείται ευοίωνη και απαιτούνται αρκετά εργατικά χέρια.
   Η μετανάστευση προς το νέο κόσμο αποτέλεσε και αντικείμενο εκμετάλλευσης από την πλευρά των ναυτιλιακών εταιριών προς τα φτωχά στρώματα καλλιεργώντας το μύθο για τη γη της επαγγελίας και τρέφοντάς τους με ψεύτικες προσδοκίες για αποκατάσταση, επιτυχία και περιπέτεια.(19)
   Τη μετανάστευση ευνοεί και η έκρηξη που πραγματοποιείται στα μέσα μαζικής μεταφοράς: η ατμομηχανή αρχικά και μετέπειτα η έλευση του σιδηροδρόμου. Με την εφεύρεση της ατμομηχανής οι παραγωγικές μονάδες απελευθερώνονται από την υποχρεωτική πρόσδεση τους στην ύπαιθρο, λόγω της χρήσης του νερού ως κινητήριας δύναμης στην παραγωγική διαδικασία, και μεταφέρονται στα αστικά κέντρα. Η έλευση των σιδηροδρόμων δίνει ώθηση στο εμπόριο υλικών αγαθών σε μακρινές αποστάσεις παρέχοντας ασφάλεια και οικονομία. Επίσης επέφερε και μια πρωτοφανή βιομηχανική ανάπτυξη γύρω από τους σιδηροδρόμους καθώς και την απασχόληση χιλιάδων εργατικών χεριών για την κατασκευή τους.(20)

Συνέπειες της μετανάστευσης.

   Τα αποτελέσματα της εξωτερικής μετανάστευσης επικεντρώνονται στο πολιτιστικό επίπεδο μεταφέροντας τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής και σκέψης των Ευρωπαίων σε κάθε γωνία του κόσμου. Το κυριότερο είναι όμως η κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών στον κόσμο στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο.(21)
   Η μετανάστευση επηρεάζει πάρα πολύ την μορφή της πόλης και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτή. Ο τρόπος ανάπτυξης της πόλης είναι ακανόνιστος και άναρχος αφού δεν υπάρχει πολεοδομικό σχέδιο ενώ οι συνθήκες υγιεινής είναι ανεπίτρεπτες και επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία. Οι εργατικές κατοικίες στερούνται αποχετευτικού δικτύου και τρεχούμενου νερού, η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική με τους ρύπους των εργοστασίων να ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα και να συντελούν στην εξάπλωση χολέρας και τυφοειδούς πυρετού.
   Παράλληλα η ένδεια και η φτώχεια αποτελούν παράγοντες αύξησης της εγκληματικότητας, της βίας και της πορνείας. Αυτές οι συνθήκες αναγκάζουν τους μεσοαστούς να εγκαταλείψουν την πόλη και να εγκατασταθούν σε προάστια. Στην εγκατάλειψη της πόλης από την μεσαία αστική τάξη θα συνδράμουν και τα νέα μεταφορικά μέσα, ειδικά η ανάπτυξη του σιδηρόδρομου.(22)
  Η αποσυμφόρηση των πόλεων αποτελεί για τις κυβερνήσεις μεγάλο πρόβλημα, η λύση του οποίου βρίσκεται στη στροφή της μετανάστευσης έξω από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ενδεικτικά αναφέρω την αύξηση του πληθυσμού σε διάφορες πόλεις: η αύξηση του πληθυσμού στο Λονδίνο φτάνει τις 130.000, στο Μάντσεστερ τις 70.000, στο Παρίσι ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 120.000 μέσα σε μια πενταετία (1841-1846), στο Βερολίνο κατά 180.000.
   Ενώ η αστική ανάπτυξη κορυφώνεται, προσπαθώντας να φιλοξενήσει τη νέα εργατική τάξη που απασχολείται στη βιομηχανία και στα εργοστάσια, οι συνθήκες διαβίωσης είναι άσχημες και επιβαρύνονται από την αθρόα έλευση μεταναστών στις πόλεις με αποτέλεσμα να στοιβάζονται σε παράγκες για ένα κομμάτι ψωμί και να θερίζονται από τους λοιμούς και τις αρρώστιες. Παράλληλα η ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου επαυξάνει την ταξική συνείδηση και δημιουργεί ταξικές διαφορές.(23)

Αστικοποίηση τον 19ο αι.

   Κύριο γνώρισμα των αστικών κέντρων του 19ου αι. υπήρξε η αύξηση του πληθυσμού. Στην Ευρώπη η άνοδος του πληθυσμού ανέρχονταν στο 170%, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις που αποτελούσαν εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα, ενώ δεν ίσχυε το ίδιο για τις πόλεις που αποτελούσαν χώρους εξόρυξης πρώτων υλών. Οι μικρές πόλεις χρησίμευαν μόνο ως κέντρα αγορών ενώ, οι μεγάλες πόλεις είχαν «διοικητικές, εμπορικές και κατασκευαστικές λειτουργίες».(24)
   Ένα νέο είδος πόλης δημιουργήθηκε μετά το 1850 τα «θέρετρα», τα οποία εμφανίστηκαν «είτε στην ενδοχώρα, κοντά σε ιαματικές πηγές, είτε παραθαλάσσια» και παρείχαν ξεκούραση ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη ανθρώπων εξ’ αιτίας του πλούτου αυτής της κατηγορίας ανθρώπων. Η πόλη - πρωτεύουσα συγκέντρωνε το μεγαλύτερο πληθυσμό καθώς και «διοικητικές λειτουργίες».(25) Οι χώρες με τη μεγαλύτερη αστικοποίηση ήταν η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιταλία και οι Κάτω Χώρες, ακολουθούσαν η Ρωσία και Σκανδιναβία και τέλος, τα Βαλκάνια και η Ιβηρική χερσόνησος είχαν το μικρότερο βαθμό αστικής ανάπτυξης.
   Η εσωτερική μετανάστευση βοηθούσε στην αύξηση του πληθυσμού των πόλεων από την άλλη όμως, η θνησιμότητα, κυρίως των ηλικιωμένων, ήταν ιδιαίτερα υψηλή και οφειλόταν στις άσχημες συνθήκες διαβίωσης και στη δυσκολία τροφοδότησης των αστικών κέντρων. Η τροφοδότηση των πόλεων με αγαθά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οδήγησε στην ανάπτυξη μηχανισμών όπως οι σταθερές και εξειδικευμένες αγορές. Επίσης, η σύσταση μόνιμου συστήματος μεταφορών από μακρινές αποστάσεις, βοήθησε στην εξάλειψη της πείνας.
   Οι συνθήκες στέγασης συμβάδιζαν με την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού των πόλεων μοιράζοντας τους ανθρώπους ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν. Αρχικά η πολυπληθής τάξη των εργατών κατοικεί σε όμοια, παρατεταγμένα σπίτια με αυλές που συναντώνται και αργότερα σε πολυκατοικίες, οι οποίες ως συνήθως παρέχονται από τους εργοδότες τους, με άσχημες συνθήκες διαβίωσης. Ο άνθρακας εξακολουθεί να είναι η κύρια μορφή ενέργειας μέχρι και το 1850 όπου και εισάγεται το γκάζι ως νέα μορφή ενέργειας, ενώ η ηλεκτρική ενέργεια δεν θα εμφανιστεί παρά μόνο δυο δεκαετίες αργότερα.(26)
   Σύμφωνα με την έρευνα, στις Η.Π.Α, του κοινωνιολόγου E.W. Burgess το μοντέλο που ακολουθείται στην ανάπτυξη των πόλεων είναι αυτό των ομόκεντρων κύκλων όπου στο κέντρο βρίσκονται τα γραφεία και οι επιχειρήσεις, στην περιφέρεια υπάρχει η μεταβατική ζώνη και ακολουθεί όλο και πιο ψηλά η εγκατάσταση των εύπορων αστικών στρωμάτων.
   Άλλη έρευνα, για το Λονδίνο, που πραγματοποιήθηκε από τον Τσάρλς Μπούθ καταλήγει στην διαπίστωση ότι στο κέντρο κατοικεί ο φτωχός πληθυσμός και όσο κινούμαστε προς τα έξω συναντάμε πολυτελής συνοικίες. Ο Ένγκελς αποκαλύπτει την άναρχη, χαρακτηριστική, αστική ανάπτυξη του Μάντσεστερ. Στο κέντρο βρίσκεται η εμπορική συνοικία με τα γραφεία και τις αποθήκες και στην οποία δεν κατοικεί κανένας. Ακολουθούν περιμετρικά οι εργατικές κατοικίες και στη συνέχεια οι κατοικίες των μικροαστών και ακολούθως οι συνοικία των μεγαλοαστών. Όλα αυτά σε διάταξη ομόκεντρων κύκλων.(27)
   Οι πόλεις της εποχής του 1815 δεν διέφεραν ιδιαίτερα από αυτές του 16ου αιώνα. Το ξύλο ήταν το κύριο υλικό για την κατασκευή των κτηρίων, λόγω του μικρού κόστους, με εξαίρεση τα δημόσια κτίσματα στο κέντρο των πόλεων. Μέχρι τον 19ο αιώνα είχε αρχίσει η χρήση πέτρας στη δόμηση των κτιρίων κυρίως στα κέντρα των άστεων. Ο τρόπος δόμησης μέσα στην πόλη εξακολουθούσε να είναι σπίτια κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο με μικρούς, βρόμικους δρόμους. Τα «δημόσια σιντριβάνια» ήταν η μόνη πηγή νερού για τους κατοίκους και «οι ανάγκες υγιεινής καλύπτονταν από βόθρους». Επίσης δεν υπήρχε η δυνατότητα να απομακρυνθούν οι αποχετεύσεις από το πόσιμο νερό, επομένως τα προβλήματα της ύδρευσης εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν τον πληθυσμό των πόλεων επιφέροντας επιδημίες και θανάτους.
   Ένα ακόμα φαινόμενο των πόλεων της εποχής που μελετάμε ήταν οι «στάβλοι» και τα «αμαξοστάσια» τα οποία εξυπηρετούσαν ως χώροι στάθμευσης. Οι πόλεις συνέχιζαν να έχουν τα τείχη των μεσαιωνικών χρόνων τα οποία είχαν κυρίως ρόλο διακοσμητικό και πολλές από αυτές είχαν απλωθεί πολύ πιο πέρα από αυτά.. Επίσης, η μετακίνηση των ανθρώπων από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις ήταν σύνηθες φαινόμενο και ιδιαίτερα σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν δυνατότητες ύπαρξης συμπλήρωσης των εισοδημάτων τους από «οικιακές τέχνες».(29)
   Στην ανατολική Ευρώπη και στη Ρωσία δεν παρατηρείται η ίδια ανάπτυξη και ο αριθμός των κατοίκων δεν υπερβαίνει τους 2.000. Οι πόλεις αποτελούνταν από ένα παλάτι με τείχη γύρω του και γύρω από αυτό μια πυκνά χτισμένη περιοχή που οδηγεί σε ένα προάστιο. Η Αγία Πετρούπολη υπήρξε σημαντικό «πολιτικό και εμπορικό» κέντρο της Ρωσίας η οποία στο τέλος του 18ου αιώνα δεν υπερέβαινε τους 336.000 κατοίκους.(30)

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

   Η μετανάστευση προκαλεί την ανάπτυξη των πόλεων και επηρεάζει τη μορφή αυτών και τα δυο φαινόμενα όμως προκαλούνται από την εκβιομηχάνιση, την εξέλιξη των μέσων μαζικής μεταφοράς και την αντικατάσταση του φεουδαρχικού συστήματος από το καπιταλιστικό. Η αστικοποίηση τον 16ο αιώνα είναι διαφορετική από αυτή του 19ου αιώνα, διότι ο πληθυσμός που κατοικεί στις πόλεις είναι μικρός και η εξέλιξη τους μικρή. Τον 19ο αιώνα όμως η μεταφορά της παραγωγικής διαδικασίας και οι νέες τεχνολογίες οδηγούν τον κόσμο στην πόλη, δυστυχώς όμως αυτές δεν ήταν έτοιμες να δεχθούν το μαζικό κύμα των μεταναστών και η άναρχη επέκταση τους, για την στέγαση όλο και περισσοτέρων εργατών, επέφερε αλλαγές στη μορφή της πόλης. Η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη είναι διακριτή και οι συνοικίες επανδρώνονται ανάλογα με την κοινωνική θέση, κάτι που γίνεται και μέχρι σήμερα.
   Η μετανάστευση είναι εσωτερική, εντός της ηπείρου, και εξωτερική, εκτός ηπείρου. Τον 16ο αιώνα τα μεταναστευτικά ρεύματα στρέφονται προς το εσωτερικό της ηπείρου, αφού για τους περισσότερους είναι αδύνατη η μεταφορά τους προς τα έξω, εν αντιθέσει με το 19ο αιώνα όπου η μετανάστευση κλίνει προς τις αποικίες εμφορούμενη από την εξέλιξη των μεταφορών. Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο που υφίσταται και στις ημέρες μας η αναζήτηση του ανθρώπου για ένα καλύτερο αύριο, ένα κομμάτι ψωμί, ειρήνη και ευημερία τον σπρώχνει στον εκπατρισμό και στο άγνωστο. Δυστυχώς και σήμερα που η εξέλιξη του ανθρώπου είναι τεράστια σε σχέση με τους αιώνες που εξετάζουμε, τα κράτη της Ευρώπης αντιμετωπίζουν πρόβλημα από την αθρόα εισροή μεταναστών, από τις χώρες του τρίτου κόσμου, και η μεταναστευτική τους πολιτική παραμένει ελλιπής.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Berenger, 1990, σσ. 307 - 309.
(2) Ό. π., σ. 319
(3) Γαγανάκης, 1999, σσ. 128 - 131.
(4) Berenger, 1990, σσ. 310 - 315.
(5) Γαγανάκης, 1999, σ. 248.
(6) Ό. π., σσ. 119 - 121.
(7) Ό. π., σσ. 128 - 130.
(8) Ό. π., σσ. 135, 136.
(9) Pounds, 2001, σ. 28.
(10) Ό. π., σ. 28.
(11) Ό. π., σ. 28.
(12) Ό. π., σ. 28.
(13) Ό. π., σ. 28.
(14) Bruns, 1988, σ. 39.
(15) Charlot, 2003, σ. 307.
(16) Berstein, 1997, σ. 178 - 181.
(17) Charlot, 2003, σσ. 302, 303.
(18) Milza, 1997, σ. 181.
(19) Ό. π., σσ. 181, 182.
(20) Bruns, 1988, σσ. 30 - 46.
(21) Milza, 1997, σ. 178.
(22) Charlot, 2003, σ. 306.
(23) Bruns, 1988, σσ. 39, 47 - 48.
(24) Pounds, 2001, σ. 195.
(25) Ό. π., σ. 197.
(26) Λεοντίδου, 2001, σσ. 254, 255.
(27) Charlot, 2003, σ. 308.
(28) Pounds, 2001, σ. 80.
(29) Ό. π., σ. 81.
(30) Λεοντίδου, 2001, σ. 223.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

• Γαγανάκης, Κ., Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999.

• Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2001.

• Berenger, J., Contamine, P., Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1660, Παπαζήση, Αθήνα, 1990.

• Berstein, S., Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή συμφωνία και η Ευρώπη των εθνών1815-1919, Αλεξάνδρεια, τ. β΄, Αθήνα, 1997.

• Burns, Ε., Ευρωπαϊκή ιστορία. Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, Παρατηρητής, τ. β’, Θεσσαλονίκη, 1988.

• Charlot, M., « Δημογραφικοί και Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί» στο Ελένη Αρβελέρ, Aymard, Μ., (επιμ), Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Ευρώπη, Σαββάλας, Αθήνα, 2003.

• Pounds, N., J., G., Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, Η μοντέρνα Ευρώπη, ΕΑΠ, Τόμος Β΄, Πάτρα, 2001.

Η εργασία βαθμολογήθηκε με 7,5.
Σχόλια καθηγητή:
   Η δομή της εργασίας είναι καλή και καλύπτει τα ερωτήματα που τέθηκαν. Δεν γίνεται σύγκριση διαφορετικών απόψεων για το θέμα και η δομή της πόλης αναλύεται πολύ λίγο. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια αξιοποίησης των πηγών.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Θέμα 2ης Γραπτής εργασίας.

   Έχετε μελετήσει πλέον τα κεφάλαια 1 - 7 του Εγχειριδίου Μελέτης μαζί με το παράλληλο Κείμενο 2, όπου εξετάζονται οι μεταβολές της γεωγραφίας και του υλικού πολιτισμού της Ευρώπης από το 2ο μέχρι και το 15ο μ.Χ. αιώνα. Στην εργασία αυτή σας ζητείται να σχολιάσετε τεκμηριωμένα και κριτικά το ακόλουθο παράθεμα (Pounds, 2001, τ. 1, σ. 161.):
"Η αστική τάση της μεσαιωνικής περιόδου διέφερε θεμελιωδώς από την κλασική περίοδο. Στην αρχαιότητα η πόλη αποτελούσε το επίκεντρο της αστικής περιοχής - την civitas ή πόλιν - με την οποία συνδεόταν στενά. Ο πολίτης ήταν ελεύθερος να ζήσει είτε στο κέντρο είτε στην ευρύτερη περιοχή και να κινήται ανάμεσά τους. Το αστικό κέντρο ήταν το διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο, δεν ήταν όμως ένα μέρος που διεξάγονταν βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες. Η μεσαιωνική πόλη ήταν διαφορετική."
Σε ποια σημεία λοιπόν διέφερε η μεσαιωνική πόλη, από άποψη (α) σχέσεών της με την ύπαιθρο, (β) ρόλου και λειτουργιών, (γ) τυπολογίας κατά περιοχή της Ευρώπης; Για την ανάλυση των ερωτημάτων αυτών, επιλέξτε συγκεκριμένους τύπους πόλεων σε διάφορες περιφέρειες της Ευρώπης για να δείξετε την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και φυσικούς παράγοντες που οδήγησαν στη συγκρότηση της μεσαιωνικής πόλης και στη διαμόρφωση των σχέσεων με την ύπαιθρο.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ.

  1.  Εισαγωγή.
  2. Οι πόλεις της Αρχαιότητας - οι Αρχαίες πόλεις - Η Ρωμαϊκή περίοδος.
  3. Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη από τον 2ο εώς το 10ο αιώνα. - Η Ευρώπη τον 9ο αιώνα.
  4. Η αστική ανάπτυξη τον 11ο - 13ο αιώνα. - Η σχέση πόλης-υπαίθρου. - Ρόλος και λειτουργείες της Μεσαιωνικής, ανά τύπο, πόλης.
  5. Επίλογος. 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
   Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η ανάδειξη των μεσαιωνικών πόλεων, μέσα από τo ρόλο των οποίων διαδραματίζουν και τη σχέση τους με την ύπαιθρο καθώς και τις διάφορες λειτουργίες που απορρέουν από αυτόν το ρόλο. Σε πρώτη φάση θα αναφερθώ, συνοπτικά, στην πορεία που ακολούθησε η αστική ανάπτυξη από την κλασική περίοδο στον πρώιμο μεσαίωνα για να καταλήξει στη μεγάλη ανάπτυξη του κλασικού μεσαίωνα. Ακολούθως θα σκιαγραφήσω το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι που ακολούθησε την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως και τον κλασικό μεσαίωνα.
   Στο δεύτερο μέρος θα προχωρήσω στην ανάλυση των ερωτημάτων, που τίθενται στην εκφώνηση της εργασίας, αναφορικά με τα σημεία στα οποία διέφερε η Μεσαιωνική πόλη και η περίοδος στην οποία θα επικεντρωθεί αυτή η ανάλυση είναι μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα.

2. ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ.

   Στη διάρκεια της ιστορίας οι πόλεις είχαν στοιχεία, διαστάσεις, μορφή και χαρακτηριστικά διαφορετικά, ανάλογα με την περίοδο, τη γεωγραφική θέση και τις κοινωνίες που τις δημιούργησαν. Η ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία και επικοινωνία τον οδήγησε από την αρχαιότητα στην οικιστική εγκατάσταση.

Οι Αρχαίες Πόλεις.

   Η πρώτη αναφορά στις πόλεις βρίσκεται στα πρώτα γραπτά κείμενα των Σουμέριων και η γέννηση της ανάγεται στην Μεσοποταμία 3000 χρόνια π.χ. Ο χώρος περιφράζετε, διαχωρίζεται από την ύπαιθρο και περιλαμβάνει θρησκευτικά, διοικητικά και ιδιωτικά κτίρια εξίσου περιφραγμένα κατά ξεχωριστό τρόπο. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο η εμφάνιση της πόλης συναντάται στην Αρχαία Ελλάδα και είναι το αποτέλεσμα της ένωσης πολλών χωριών.(Benevolo, 1997, σ. 24 - 26.)
   Οι Αρχαίοι Έλληνες προσδίδουν στην πόλη μια μεγαλοπρέπεια με τα επιβλητικά δημόσια κτίρια και την τέλεια αρχιτεκτονική. Είναι κατά βάση αγροτική στις οποίες κατοικούν οι άνθρωποι που δουλεύουν στην ύπαιθρο, τα όργανα εξουσίας και οι τεχνίτες της εποχής. Έντονη είναι, στις πόλεις η χροιά της πολιτιστικής δημιουργίας, με τις διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό να διασκεδάζουν και να εκπαιδεύσουν τους πολίτες. Η πόλη απλώνεται και καταλαμβάνει περισσότερο χώρο «κατεβαίνοντας» όλο και πιο κάτω προς την ύπαιθρο, πλαισιώνεται από τείχη για την αμυντική της οργάνωση και είχε τη λειτουργία ανεξάρτητου και αυτάρκους πολιτικού κέντρου, που κυβερνούταν με αυτόνομο τρόπο, είναι η γνωστή σε όλους μας πόλη – κράτος.(Pounds, 2001, σσ. 48 - 56.)

Η Ρωμαϊκή περίοδος.

   Η επόμενη μεγάλη αστική ανάπτυξη εμφανίζεται με την πτώση της Μακεδονικής κυριαρχίας, στην Ελλάδα και τον κόσμο, και τη δημιουργία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από την πόλη – κράτος της ρώμης στην πολις – civitas της Αυτοκρατορίας. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι πόλεις ήταν στενά συνδεμένες με το κέντρο εξουσίας, την πρωτεύουσα, την πόλη της Ρώμης. Προσέδιδαν μεγάλη σημασία, όπως και στις ελληνικές πόλεις, στα δημόσια κτίρια τα οποία συντηρούσαν οι πολίτες. Οι πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν, κυρίως, στρατιωτικά και οχυρωματικά κέντρα με δυο κεντρικούς δρόμους, στη διασταύρωση των οποίων βρισκόταν η ρωμαϊκή αγορά. Υπήρχαν πόλεις με οικονομική λειτουργία, εμπορικές, κατασκευασμένες σε κομβικά σημεία που εξυπηρετούσαν το εμπόριο σε μακρινές περιοχές, όπως το Λονδίνο, και άλλες που εξυπηρετούσαν το τοπικό εμπόριο. Με την είσοδο του χριστιανισμού στην αυτοκρατορία και την αναγνώριση ως επίσημης θρησκείας πολλές πόλεις θα μετατραπούν σε επισκοπικά κέντρα, μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Με την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την απώλεια μιας κεντρικής εξουσίας ελέγχου οι πόλεις έχασαν τη σπουδαιότητά τους και πολλές εγκαταλείφθηκαν. Η κάθοδος των βαρβαρικών φυλών και οι λεηλασίες τους επιτάχυναν ακόμη περισσότερη αυτή την παρακμή. (Pounds, 2001, σσ. 77-80.)

3. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΤΟΝ 2Ο ΕΩΣ ΤΟΝ 10ο ΑΙΩΝΑ.

   Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έφτασε στο ζενίθ της πολιτικής και οικονομικό-κοινωνικής της εξουσίας στον κόσμο, το 2ο αιώνα μ.Χ.. Μια σειρά όμως από αποτυχημένες και συνεχείς εναλλαγές αυτοκρατόρων καθώς και η μεγάλη έκταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τα τεράστια ποσά που απαιτούνταν για την συντήρηση και φύλαξη των συνόρων τις οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση, στην παρακμή του εμπορίου και των αστικών κέντρων και στον κοινωνικό μαρασμό με άμεσο αποτέλεσμα την πτώση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ..
   Λόγω της αχανούς έκτασής της, η αυτοκρατορία, αρχικά, χωρίστηκε σε 4 μέρη και αργότερα πήρε την οριστική της μορφή σε δύο τμήματα: την ανατολική αυτοκρατορία με έδρα την Κωνσταντινούπολη, και τη δυτική αυτοκρατορία με έδρα τη Ρώμη. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το δυτικό τμήμα, διαλύεται με τις εισβολές των βαρβαρικών φύλλων και των Αράβων. Οι εισβολές οδήγησαν στη θέσπιση έκτακτων οικονομικών μέτρων για την επάνδρωση του στρατεύματος με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της υπαίθρου από τον αγροτικό κόσμο. Η παρακμή της υπαίθρου και οι εισβολές οδήγησαν στη μείωση του πληθυσμού.
   Μέσα στο κλίμα αναρχίας, που ακολούθησε την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πόλεις οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη και την παρακμή. Κάποιες καταστράφηκαν ολοσχερώς, άλλες χρησιμοποιήθηκαν ως έδρες των νέων γερμανικών βασιλείων.

Η Ευρώπη τον 9ο αιώνα.

   Στην Ευρώπη του 9ου αιώνα κυριαρχούν δύο μεγάλες δυνάμεις: στην Ανατολική Ευρώπη δεσπόζει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στη Δυτική Ευρώπη τη θέση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παίρνει η Καρολίγγεια αυτοκρατορία των φράγκων. Η Καρολίγγεια Αυτοκρατορία είναι, θα λέγαμε, μόνο ένα " διάλλειμα" μεταξύ δύο μεγάλων βαρβαρικών μεταναστεύσεων και πολεμικών συρράξεων. Σ΄ αυτή την περίοδο ξεκινάει μια υποτυπώδης διαδικασία άσκησης κρατικής διοίκησης, που βασίζεται στην αγροτική οικονομία, και γι’ αυτό η πόλη δεν έχει αντίστοιχη ανάπτυξη με την ύπαιθρο αλλά περιορίζεται στο κάστρο του φεουδάρχη – γαιοκτήμονα με ελάχιστες εξαιρέσεις.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 121 - 122.)
   Αντίθετα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε μεγάλες πόλεις που ήταν κέντρα εμπορικής, οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας με ισχυρή κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, μονοπώλιο και οργανωμένο εμπόριο, με εισαγωγές και εξαγωγές, ελεγχόμενες από το κράτος. Σημαντικό ρόλο παίζει η εκκλησία που εξασφάλιζε, με την επιρροή της, την ενότητα των υπηκόων της αυτοκρατορίας το κέντρο της οποίας αποτελούσε η Κωνσταντινούπολη.(Runsiman, 1993, σσ. 200 - 206.)

4. Η ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΝ 11-13ο ΑΙΩΝΑ.

   Από τον 9ο έως και τον 14ο αιώνα επιτελείται μια μεγάλη αστική ανάπτυξη η οποία θα αλλάξει οριστικά την μορφή και τις λειτουργίες της πόλης. Την ανάπτυξη των πόλεων ευνοούν διάφορες καταστάσεις και συνθήκες όπως ο τερματισμός των εισβολών, οι τελευταίες πραγματοποιηθήκαν τον 9ο και 10ο αιώνα από τους Σκανδιναβούς, η αύξηση του πληθυσμού η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανάπτυξη και αναγέννηση της εμπορικής δραστηριότητας.
   Η σημασία και ο ρόλος των πόλεων αλλάζει, από διοικητικά και πολιτιστικά κέντρα μετεξελίσσονται σε εμπορικά και οικονομικά κέντρα.(Γαγανάκης, 1999, σ. 53.) Είναι η περίοδος που ακμάζει το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της φεουδαρχίας, το οποίο ελέγχει, θα λέγαμε, απόλυτα τη ζωή στην ύπαιθρο με αποτέλεσμα η εξουσία των πόλεων να περιορίζεται εντός των ορίων της.
   Η πόλη την περίοδο του Μεσαίωνα αλλάζει, σε σχέση με την πόλη της κλασικής περιόδου, και σε μέγεθος και σε σχήμα, αλλάζει η μορφή και ο ρόλος της, αλλά και η σχέση της με την ύπαιθρο. Ο ρόλος της μεσαιωνικής πόλης περιορίζεται μέσα στα τείχη της εν αντιθέσει με την πόλη της κλασικής περιόδου, την «ανοικτή πόλη», που περιλαμβάνει και την ύπαιθρο με τους κατοίκους της.
   Οι λόγοι που οδηγούν στην ανάπτυξη των πόλεων, που φτάνει στο απόγειο της στα μέσα του Μεσαίωνα, είναι κυρίως οικονομικοί. Το τέλος των βαρβαρικών εισβολών, η ανάπτυξη του εμπορίου και η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, με την ταυτόχρονη εγκατάσταση των εμπόρων στην πόλη, η εκδίωξη των μουσουλμάνων Αράβων από την Μεσόγειο, που ευνοεί την εμπορική δραστηριότητα των ιταλικών πόλεων, αλλά και η μετανάστευση του πλεονάζοντος πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδηγούν στην ανάπτυξη των πόλεων.(Berstein, 1997, σσ. 151 - 152.)
   Σύμφωνα με τον Pounds έχουμε τη διάκριση της Ευρώπης σε τρεις γεωγραφικές ζώνες : τη νότια Ευρώπη, τα βασίλεια που δημιουργήθηκαν στα εδάφη της πρώην Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αυτά που βρίσκονται εκτός των πρώην Αυτοκρατορικών εδαφών. Αλλά και οι πόλεις διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με την προέλευση τους: Σε αυτές που συνεχίζουν να υπάρχουν από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μετατράπηκαν σε έδρες επισκόπων, στις πόλεις που χρησιμοποιούνται για οχυρωματικούς και στρατιωτικούς σκοπούς και στις καινούριες πόλεις.(Pounds, 2001, σσ. 162 - 163, 165 - 167.)

Η σχέση πόλης - υπαίθρου.

   Η σχέση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, την περίοδο που εξετάζουμε 11ο – 13ο αιώνα, είναι μια σχέση "αγάπης και μίσους", δίνοντας μια λογοτεχνική χροιά, ή όπως θα έλεγε ο λάος μας, χρησιμοποιώντας την λαϊκή έκφραση, «μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε».
   Η αντίθεση πόλης υπαίθρου στο Μεσαίωνα ήταν έντονη. Τα τείχη χώριζαν δύο κόσμους, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Le Goff "Το να είναι κανείς πολίτης η αγρότης, συνιστά μια από τις μεγαλύτερες διαχωριστικές γραμμές της μεσαιωνικής κοινωνίας"(Jacques Le Goff, 1991, σσ. 406 - 407.)
   Με την κατάλυση της καρρολίγειας αυτοκρατορίας και τον κατακερματισμό της σε μικρότερα μοναρχικά βασίλεια, ο έλεγχος της εξουσίας πέρασε στα χέρια των τοπικών ηγεμόνων παραμερίζοντας τους μονάρχες. Στην ύπαιθρο όπως και στην πόλη την εξουσία ασκεί ο φεουδάρχης, ο οποίος απομονώνεται στο κάστρο-πύργο το κέντρο εξουσίας της περιφέρειας του. Κυρίαρχη τάξη της εποχής είναι η πολεμική αριστοκρατία, η οποία πλαισιώθηκε από τη γαιοκτητική αριστοκρατία, και η εκκλησιαστική αριστοκρατία κάτοχος πολλών γαιών και η ίδια. Στην βάση της κοινωνικής πυραμίδας η πλειονότητα του πληθυσμού, δεμένοι στη γη που καλλιεργούν, δούλοι στο ίδιο τους το σπίτι, με τίτλους υποτέλειας.(Γαγανάκης, 1999, σσ. 41 - 43.)
   Στο Μεσαίωνα η Ευρώπη παραμένει αγροτική περιοχή το κλίμα είναι εύκρατο και η καλλιεργήσιμη γη επεκτείνεται σε νέες περιοχές, λόγω της αλματώδους δημογραφικής ανάπτυξης, στα δάση τα οποία εκχερσώνονται, λιβάδια αξιοποιούνται, για την κτηνοτροφία και η εκμετάλλευση του νερού με νέες τεχνολογίες είναι πιο έντονη (νερόμυλοι). Παράλληλα έχουμε την ανάπτυξη της βιοτεχνίας, κυρίως της υφαντουργίας, του εμπορίου και των διοικητικών υπηρεσιών κλάδοι που δραστηριοποιούνται κυρίως στην πόλη και δεν επηρεάζουν τη σημασία της υπαίθρου η οποία εξασφαλίζει και λύνει το πρόβλημα του επισιτισμού ολόκληρου του πληθυσμού. (Gieysztor, 2003, σ. 290.)
   Οι λειτουργίες της μεσαιωνικής πόλης ήταν πιο στενά καθορισμένες από εκείνες των ελληνικών και ρωμαϊκών πόλεων. Οι μεσαιωνικές πόλεις έξω από τα τείχη τους βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το φεουδαρχικό σύστημα που επικρατούσε στην ύπαιθρο. Ο κάτοικος της πόλης ήταν ανώτερος από τον άνθρωπο της υπαίθρου και πιο ελεύθερος. " Ο αέρας της πόλης ελευθερώνει" και θεωρείται τρόπος ευκαιριών και οικονομικής επιτυχίας με μεγαλύτερη ασφάλεια και διαφορετικό τρόπο ζωής. Στη μεσαιωνική πόλη δεν υπάρχουν δούλοι αλλά μόνο ελεύθεροι άνθρωποι εν αντιθέσει με την ύπαιθρο που επικρατεί το σύστημα της δουλοπαροικίας και αργότερα του ενοικιαστή αγρότη παραμένοντας όμως υποτελής στο φεουδάρχη.
   Παρ’ όλη την επιφυλακτικότητα που είχαν οι πόλεις για την ύπαιθρο και την υπεροψία με την οποία την αντιμετώπιζαν, δεν μπορούσαν να αποφύγουν την επαφή μαζί της για τις ανάγκες σε τρόφιμα αλλά και λόγο του μεταναστευτικού κύματος από την ύπαιθρο στην πόλη. (Gieysztor, 2003, σ. 306.)
   Η χρησιμοποίηση του χρήματος αλλά και τα πλεονάζοντα αγροτικά αγαθά φέρνουν τους αγρότες μέσα στην πόλη για να πουλήσουν στις τοπικές αγορές, τα προϊόντα τους. Οι αγρότες με τη σειρά τους αγοράζουν αγροτικά εργαλεία και πρώτες ύλες από τις τοπικές αγορές. Η πόλη δεν έρχεται σε σύγκρουση, σε ρήξη, με την ύπαιθρο και τον κόσμο της αλλά ζει μαζί της σε μια σχέση αλληλεπίδρασης. Άλλωστε η ύπαιθρος θα τροφοδοτήσει τις πόλεις με τον απαραίτητο αριθμό ανθρώπων που θα εξελιχθούν σε έμπορους και τεχνίτες στις υπηρεσίες των ολοένα και αυξημένων καταναλωτικών απαιτήσεων της φεουδαρχικής τάξης. (Berstein, 1997, σ. 153.)
   Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία η πόλη είναι στην ακμή και αποτελεί το διοικητικό, πολιτικό, πνευματικό, πολιτιστικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο, μαζί με την ύπαιθρο βρίσκονται σε πλήρη αλληλεξάρτηση, κάτω από την κεντρική διοίκηση του βυζαντινού κράτους. Ενώ στις περιοχές της πρώην Δυτικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας η πόλη αναπτύσσεται κάτω από τον έλεγχο ενός κάστρου ή ενός μοναστηριού, με λειτουργίες στενά καθορισμένες από τις συντεχνίες που έλεγχαν την βιοτεχνική παραγωγή και το εμπόριο.
   Η αύξηση του πληθυσμού και της εμπορικής δραστηριότητας, άρχισε να διαμορφώνει αστικά κέντρα κάτω από φεουδαρχική διοίκηση και σαφή διαχωρισμό των εννοιών πόλης – υπαίθρου. Με την κατάρρευση των φεουδαρχικών σχέσεων, οι αστικές σχέσεις εισχώρησαν στην περιφέρειά τους, πρώτα στις περιοχές την νότιας Ευρώπης, όπου η αστικοποίηση ήταν μεγαλύτερη και κατόπιν στις υπόλοιπες περιοχές της Ευρώπης, δημιουργώντας νέους κοινωνικό-οικονομικούς σχηματισμούς.

Ρόλος και λειτουργίες της Μεσαιωνικής, ανά τύπο, πόλης.

   Ο ρόλος της πόλης, αυτής της περιόδου, υπήρξε αποφασιστικός στις μετέπειτα εξελίξεις. Με την ανάπτυξη των πόλεων γεννιέται και μια νέα τάξη, η οποία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των πόλεων και στον αγώνα για αυτονομία από την φεουδαρχική εξουσία, είναι η μεσαία τάξη. Την απαρτίζουν οι έμποροι και οι τεχνίτες προερχόμενοι από την ύπαιθρο, εξειδικεύονται και εξυπηρετούν τις καταναλωτικές ανάγκες της αριστοκρατίας, συνεταιρίζονται στις πρώτες μορφές σωματειακής ανάπτυξης, τις συντεχνίες.(Λεοντίδου, 2001, σ. 142.)
   Αυτές οι συντεχνίες είχαν σημαντικό ρόλο και λόγο στη λειτουργία των πόλεων διότι αναδείχθηκαν σε ανταγωνιστικό παράγοντα προς την εκκλησιαστική εξουσία και τους αριστοκράτες. Οι συντεχνίες όμως προσπάθησαν να παραγκωνίζουν τους εμπόρους και να θέσουν το εμπόριο υπο την εποπτεία τους, έχοντας έτσι ένα ρόλο περιοριστικό και αντιδραστικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την αύξηση των ετήσιων ή εβδομαδιαίων αγορών στις πόλεις και την αύξηση των περιπλανώμενων εμπόρων, οι τελευταίοι να αποκτήσουν μια δική τους συντεχνία. Παράδειγμα είναι τις Χάνσες. (Γαγανάκης, 1999, σσ. 73 - 75.)
   Οι δραστηριότητες η οποίες διεξάγονται μέσα στις πόλεις είναι εμπορικού και οικονομικού χαρακτήρα, θρησκευτικής και διοικητικής εξουσίας. Η ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου και η ανάγκη μεταφοράς των εμπορευμάτων από το εσωτερικό της Ευρώπης, ευνόησε πολλές περιοχές, όπως η Ρηνανία, επειδή βρέθηκαν πάνω στους δρόμους μεταφοράς και στις φυσικές διόδους.(Pounds, 2001, σ. 167.)
   Η ανάπτυξη του εμπορίου οδήγησε στη δημιουργία νέων πόλεων σε κομβικά εμπορικά σημεία, Λυβέκη, και διαμετακομιστικά κέντρα για το εμπόριο από την ανατολή, πόλεις της Βόρειας Ιταλίας. Οι νέες πόλεις που χρησιμεύουν στην ανάπτυξη του εμπορίου δημιουργούνται δίπλα σε κάποιο πυρήνα η εξ αρχής. Στην Βόρειο Ιταλία έχουμε το παράδειγμα της Βενετίας και της Πίζας. Η πρώτη, επιβάλλεται στο φυσικό περιβάλλον που την περιβάλλει με σοβαρές επεμβάσεις ενώ η δεύτερη κατοικείται από την αρχαιότητα και αναπτύσσεται λόγω του λιμανιού που διαθέτει.(Benevolo, 1997, σσ. 67 - 77.)
   Παράλληλα είναι και η εποχή των «νέων πόλεων» εκ των οποίων πολλές ιδρύθηκαν για την εμπορική αναβάθμιση της περιοχής, στην περιοχή της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη της έντονης εμπορικής δραστηριότητας, όπως αυτή της Λυκέβης που κτίστηκε στα ερείπια ενός σλαβικού οικισμού. Εκεί ο κόμης Αδόλφος Σάουενμπουργκ το 1143, έχτισε καθεδρικό ναό και πύργο. Αργότερα ο Δούκας της Σαξονίας, Ερρίκος ο Λέοντας θέλοντας να προσελκύσει εμπόρους από την Βαλτική σχεδιάζει την ανοικοδόμηση της. Μέχρι το 1230 αναπτύχθηκε πλήρως μέχρι τα όρια των δύο ποταμών που την περιστοίχιζαν και έγινε ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Θεσμοθετείται το «Αστικό Δίκαιο της Λυβέκης» που εξασφαλίσει προνόμια για τους Γερμανούς εμπόρους και επαγγελματίες και έχει κάποιες ιδιομορφίες για το οικογενειακό και περιουσιακό δίκαιο. Ήταν λογικό να γίνει η επικεφαλής πόλη της εμπορικής ένωσης, της Χάνσα.
   Οι πόλεις που προϋπήρχαν από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιήθηκαν ως έδρα κάποιου θεσμού και συγκεκριμένα ως έδρες επισκόπων ή μοναστικών ταγμάτων αλλά και ως πρωτεύουσες βασιλείων. Αυτές υπάρχουν στη νότια Ευρώπη και το χαρακτηριστικό τους είναι ότι στη νότια Ιταλία παρακμάζουν, μη μπορώντας να συναγωνιστούν τις εμπορικές της βόρειας Ιταλίας που εκμεταλλεύτηκαν την θέση τους και την κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αναπτύχθηκαν οικονομικά, διότι σε αυτές καταλήγαν τα προϊόντα από τις αραβικές περιοχές και το Βυζάντιο και μετέπειτα τα προωθούσαν στο εσωτερικό της Ευρώπης. Αντίθετα στη νότια Ισπανία όπου οι πόλεις ακμάζουν λόγο της αστικής αντίληψης και παράδοσης που είχαν οι Άραβες κατακτητές. Από την περιοχή της Ν. Ιταλίας έχουμε το παράδειγμα της Νάπολης που αποτελεί κέντρο εξουσίας ως πρωτεύουσα του ομώνυμου βασιλείου.(Benevolo, 1997, σ. 102.)
   Η πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη είναι ανάλογη με το βαθμό αστικοποίησης γιατί η επαφή μεταξύ των ανθρώπων ενδυναμώνει τις αλληλεπιδράσεις στις πολιτικές και κοινωνικό-οικονομικές και πνευματικές δραστηριότητες.
   Η πόλη αυτή την περίοδο, τον 12ο αιώνα, αποτελεί και πνευματικό κέντρο, το μέσο γέννησης και ανέλιξης μιας καινούριας κοινωνικής κατηγορίας πολιτών, αυτή του διανοούμενου. Το βήμα ύπαρξης αυτής της κατηγορίας παρέχεται από τα πανεπιστήμια που ιδρύονται αυτή ακριβώς την περίοδο και η πόλη τους δίνει το χώρο στον οποίο θα αναπτυχθούν και θα αναπτύξουν την δράση τους, άλλωστε το πανεπιστήμιο προσέδιδε κύρος στην πόλη που το φιλοξενούσε και μερικές πόλεις αποκτούν φήμη για τις σπουδές που προσφέρουν. Σε τρεις, κυρίως, περιοχές της Ευρώπης έχουμε την ανάπτυξη των πανεπιστημίων: στην Ιταλική χερσόνησο και συγκεκριμένα στο Σαλέρνο, στην Μπολόνια και στην Πάδοβα, στο Παρίσι, και στην Αγγλία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. (Ασημακόπουλος, 2001, σσ. 64 - 90.)
   Στην ανατολή η παρακμή των βυζαντινών πόλεων είναι αντίστοιχη με την παρακμή του Βυζαντινού κράτους. Οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες του Βορρά εξαπλώνονται στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους εμποδίζοντας την εμπορική δραστηριότητα των βυζαντινών πόλεων με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να αναπτύξουν νέες μορφές εμπορικής και πολιτικοκοινωνικής δραστηριότητας. Η βαριά φορολογία του κράτους που ευνοούσε τους εμπόρους και τους βιοτέχνες των πόλεων έναντι των αγροτών που επωμίζονταν το περισσότερο μέρος καθώς και η ανασφάλεια που δημιουργούσαν οι συνεχείς συγκρούσεις με τα βουλγαρικά φύλλα και η πειρατικές επιδρομές των Αράβων, οδήγησαν τον κόσμο πίσω στην ύπαιθρο.(Talbot, 1997, σ. 252.)
   Εξαίρεση, προσωρινά, αποτελούν οι πόλεις στα ρωσικά πριγκιπάτα με εμπορικές δραστηριότητες και διοικητικές εξουσίες. Πόλεις όπως το Νοβγκορόντ, το Πσκόφ, το Τβερ, το Σουζνταλ, το Κίεβο κ.α. αποτελούν εμπορικά κέντρα με τη δύση που όμως δεν γνωρίζουν την ανάπτυξη των δυτικών πόλεων. (Berstein, 1997, σ. 303.)
   Αλλάζει όμως και η μορφή των πόλεων αφού κάθε σημείο της προφυλάσσεται με τείχη και επεκτείνεται ανάλογα με τις δραστηριότητες και το μέγεθος της πόλης. Οι νέες πόλεις στη Γερμανία και στη Νότιο Γαλλία δημιουργούνται με κανονικό σχέδιο, της σκακιέρας : η αγορά είναι στην πλατεία και πλαισιώνεται από το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο και στην οποία καταλήγουν οι κύριες οδοί ενώ κάποιες άλλες δημιουργούνται κατά μήκος του δημόσιου δρόμου, αρκετά στενές αφού σε αυτή στεγάζονται εκτός από τις οικίες και οι αποθήκες των εμπόρων.(Gieysztor, 2003, σσ. 305 - 306.)

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

   Η πόλη σήμερα είναι ένα μέρος το οποίο κατοικείται από σημαντικό αριθμό ανθρώπων και αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων στα οποία παρεμβάλλονται δρόμοι, πάρκα και πλατείες. Οι κάτοικοι της επιδίδονται σε διάφορες οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες και η διατροφή τους δεν εξαρτάται από το έδαφος στο οποίο ζουν αλλά από την ύπαιθρο. Αυτό που την ξεχωρίζει από το χωριό εκτός από τη διαφορά στον αριθμό των κατοίκων, είναι και οι διάφορες δραστηριότητες και λειτουργίες που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής φύσεως, σε αντίθεση με το χωριό το οποίο έχει απλή οικονομία, την γεωργία. Υπάρχει όμως και αλληλεξάρτηση μεταξύ του χωριού και τις πόλης διότι η πόλη για τη διατροφή της απορροφά τα προϊόντα της από την ύπαιθρο. Η ύπαιθρος με τη σειρά της προμηθεύεται από την πόλη τα όργανα και υλικά που χρειάζεται για τις αγροτικές εργασίες και τα καταναλωτικά αγαθά. Η πόλη σήμερα είναι η απόληξη της μεγάλης αστικής ανάπτυξης που ξεκίνησε την περίοδο από τον 11ο μέχρι τον 13ο αιώνα του μεσαίωνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
  • Ασημακόπουλος, Μ., Τσιαντούλας, Α., (2001), Οι επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη. Η ιστορία και η θεωρία των επιστημών κατά τον Μεσαίωνα., τ., Α., εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Γαγανάκης, Κ., (1999),  Κοινωνική και οικονομική Ιστορία της Ευρώπης,εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., (2001), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Benevolo, L., (1997), H πόλη στην Ευρώπη., εκδ., Ελλ., Γράμματα., Αθήνα.
  • Berstein, S., Milza, P., (1997), Ιστορία της Ευρώπης. Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη 5ος - 18ος αι., τ. Α' , εκδ., Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
  • Gieysztor, A., (2003),  "Ύπαιθρος και Πόλη, Κοινωνίες και κράτη.", στο Ελένη Αρβελέρ, Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Ευρώπη, εκδ., Σαββάλας, Αθήνα.
  • Le Goff, Jacgues, (1991), O Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη.
  • David, N., (2000), Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού κόσμου. Κοινωνία, Διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη 312 - 1500., εκδ., Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα.
  • Pounds, G., J., N., (2001), Ιστορική Γεωγραφία Της Ευρώπης. Από τους Κλασσικούς Πολιτισμούς στο Μεσαίωνα., τ. Α', εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Runsiman, S., (1993), Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ., Γαλαξίας - Ερμείας, Αθήνα.
  • Tamara, T., R., (1997), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των βυζαντινών., εκδ., Παπαδήμα, Αθήνα. 

 Η εργασία αυτή βαθμολογήθηκε με 07(επτά)
Σχόλια καθηγητή:
  • Η δομή της εργασίας είναι καλή και καλύπτει τα ερωτήματα που τέθηκαν αν και υπάρχουν αναφορές σε εποχή που δεν ζητείται. 
  • Η γλώσσα είναι καλή αλλά υπάρχουν αρκετά συντακτικά λάθη.
  • Τα επιχειρήματα είναι καλά καθώς γίνεται σύγκριση μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών της Ευρώπης ως αναφορά τη σχέση με την ύπαιθρο, το ρόλο και τις λειτουργίες της.
  • Η κριτική ικανότητα ήταν καλή με ιδιαίτερη πρωτοτυπία σε ορισμένα σημεία.Χρειάζεται περισσότερη και καλύτερη στήριξη των απόψεων που θα μπορούσαν να ενισχυθούν με χρήση διαφορετικών ντοκουμέντων τα οποία θα υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις. 

    ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

    Θέμα 1ης Γραπτής Εργασίας.

    Μετά από σύντομη ανάλυση της έννοιας της διεπιστημονικότητας, επισημάνετε, με ποιες κυρίως επιστήμες έχει συγγενέψει ή συνεργαστεί η Γεωγραφία μέχρι σήμερα. Αναπτύξτε τους λόγους και τους τρόπους αυτής της συνεργασίας.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ.

    1. Εισαγωγή.
    2. Οι ιστορικές καταβολές της Γεωγραφίας.
    3. Η έννοια της διεπιστημονικότητας.
    4. Η εξέλιξη της Γεωγραφίας και η συνεργασία με τις άλλες επιστήμες. - Κλασσική και Περιφεριακή Γεωγραφία. - Η Ανθρωπο - οικολογία του Σικάγο. - Ποσοτική Γεωγραφία και Θετικισμός. - Κριτική Γεωγραφία. - Τα μεταβατικά στάδια/ Συμπεριφορική Γεωγραφία. - Η Ανθρωπιστική Γεωγραφία. - Φιλελεύθερη και Ριζοσπαστική Γεωγραφία. - Τα Μεταθετικιστικά Ρεύματα/ Πολιτικοοικονομική προσέγγιση. - Πολιτισμική στροφή. - Οικο Γεωγραφία.
    5. Επίλογος.
    1.Εισαγωγή.

       Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αναφορά στις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί η γεωγραφία, μέσα στα πλαίσια της διεπιστημονικότητας, για την εκπλήρωση του επιστημονικού της έργου που δεν είναι άλλο από την επιστημονική αντικειμενική γνώση των φαινομένων στο χώρο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Σημαντική επίσης είναι και η αναφορά στις ιστορικές ρίζες της Γεωγραφίας μέσα από τις οποίες φαίνεται η αρχαιοελληνική καταβολή της επιστήμης, οπού δικαίως χαρακτηρίζεται ως καθαρά ευρωπαϊκή.
       Ακολούθως θα αναφερθούμε στην έννοια της διεπιστημονικότητας και πώς αυτή εκλαμβάνεται από την επιστήμη της γεωγραφίας και τέλος επισημαίνετε η εξελικτική πορεία που ακολούθησε η επιστήμη της Γεωγραφίας, μέσα από τις διάφορες γεωγραφικές σχολές και τάσεις, από την επαγγελματοποίηση της, τον 19ο αιώνα, έως και σήμερα, καθώς και τις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί.

    2. Οι ιστορικές καταβολές της Γεωγραφίας.

       Οι ρίζες της γεωγραφίας ανάγονται στην αρχαία Ελλάδα, όπου ακόμη δεν ξεχωρίζει ως επιστήμη αλλά βρίσκεται ενσωματωμένη στις άλλες επιστήμες της εποχής. Γεωγραφικές αναφορές έχουμε στην Κίνα και γενικότερα στο Ισλάμ αλλά οι πρωτοπόροι της γεωγραφίας ήταν στην πλειοψηφία τους Έλληνες.
       Η πρώτη ιστορική καταγεγραμμένη αναφορά στη γεωγραφία γίνεται από τον Όμηρο, τον 8ο αιώνα, στην ιλιάδα, με την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, όπου αποτελεί την πρώτη χαρτογραφική αναφορά. Γεωγραφικές καταγραφές έχουμε και στα έργα τριών φιλοσόφων από την Μίλητο: του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Εκαταίου. Ακολουθεί ο μαθητής τους, Πυθαγόρας ο Σάμιος, μέσα από το έργο του οποίου γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της γης. Ακολουθούν οι τοπογραφικές αναφορές του Ηρόδοτου, ο υπολογισμός της περιμέτρου της γης από τον Εύδοξο, η θεώρηση του κόσμου με τα τέσσερα στοιχεία από τον Εμπεδοκλή.
       Ο Αριστοτέλης αποδεικνύει εμπειρικά τη σφαιρικότητα της γης, ο Δικαίαρχος παρουσιάζει, ίσως, τον πρώτο χάρτη και ο Αρίσταρχος αναφέρεται στο ηλιοκεντρικό σύστημα πολλούς αιώνες πριν από τον Κοπέρνικο. Ο Ερατοσθένης είναι ο πατέρας, θα λέγαμε, της γεωγραφίας διότι είναι αυτός που δίνει το όνομα στη νέα επιστήμη. Προχωρεί στο σχεδιασμό του πρώτου χάρτη και στις μετρήσεις για την περίμετρο της γης. Στη συνέχεια ο Στράβωνας μέσα από το έργο του Γεωγραφικά, αξιοποιεί το έργο του Ερατοσθένη.(Λεωντίδου, 2001, σσ 36 - 38)
       Στην περίοδο του Μεσαίωνα υπάρχει στασιμότητα στην εξέλιξη των επιστημών, η ανάπτυξη, όμως, της γεωγραφίας επιτυγχάνεται μέσω του εμπορίου, λόγω της πληροφόρησης που είχαν οι Ευρωπαίοι για το φυσικό περιβάλλον και την κοινωνία.
       Η επιστήμη της γεωγραφίας, λοιπόν, οφείλει πολλά στην Αρχαία Ελλάδα διότι εκείνη την εποχή τέθηκαν οι βάσεις για την δημιουργία και την ανάπτυξη που θα ακολουθούσε η επιστήμη στους μετέπειτα αιώνες.

    2. Η έννοια της διεπιστημονικότητας.

       Η διεπιστημονικότητα είναι η συνεργασία διαφόρων επιστημών, για την εξαγωγή λογικών και εμπειρικώς τεκμηριωμένων αποτελεσμάτων. Ο επιστημονικός προσανατολισμός και η εξελικτική πορεία της γεωγραφίας επιτυγχάνεται με τη συνεργασία της με άλλες επιστήμες.
       Για την επιστήμη της γεωγραφίας μέσα από την διεπιστημονικότητα, τη συνεργασία δηλ. με άλλες επιστήμες, επιτυγχάνεται η μελέτη των γεωγραφικών φαινομένων και η ανάλυση της σχέσης χώρου και κοινωνίας αλλά και η αλληλεπίδραση τους με τη φύση. Έτσι έχουμε το συνδυασμό της γεωγραφίας με επιστημονικούς παράγοντες, όπως την κοινωνική, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, ιστορική και φυσική γεωγραφία, για την ερμηνεία και την ανάλυση αυτών των φαινομένων.(Λεοντίδου, 2001, σ. 32)
       Οι συνθήκες, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, οι οποίες επικρατούν σε κάθε περίοδο και χώρο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη μελέτη και ανάλυση των φαινομένων και γενικά της θεματολογίας, που πραγματεύεται η επιστήμη της γεωγραφίας.(Λεοντίδου, 1990, σ. 86)
       Οι γεωγράφοι από μόνοι τους δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ένα ευδιάκριτο για την επιστήμη τους ορισμό, λόγω του δυναμικού της χαρακτήρα. Στη διάρκεια της ανάπτυξης της εναρμονίστηκε με άλλα ρεύματα και επιστήμες όπου μέσα από την ενότητα ομοειδών γνώσεων, συναφείς μεταξύ τους, προχώρησε στη μελέτη και εξήγηση φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Η επιστήμη της γεωγραφίας δεν είναι σταθερή, προσαρμόζεται στο κοινωνικό περιβάλλον που συνεχώς μεταλλάσεται και την παρασέρνει στις κοινωνικές αλλαγές κάθε εποχής.
       Υπάρχουν τρεις μεθοδολογικές τάσεις στην επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας, (Λεοντίδου, 2001, σ. 34) οι οποίες αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τις ιστορικές περιόδους εξέλιξης της επιστήμης αυτής:

    1. Η χωροθετική ή περιγραφική ή σχολική
    2. η οικολογική ή κανονιστική ή θετικιστική
    3. η διαρθρωτική ή ερμηνευτική ή μετά-θετιστική
       Η διεπιστημονικότητα είναι έκδηλη στην περιφερειακή γεωγραφία του σε αντίθεση με τη μονομερή προσέγγιση της ποσοτικής-θετικιστικής γεωγραφίας. Στην μετά-θετιστική γεωγραφία έχουμε τις νέες διεπιστημονικές θεωρήσεις όπου οι επιστήμες δεν συνεργάζονται αλλά αλληλοδιαπλέκονται για την κατανόηση του εφήμερου και του τοπικού.

    3. Η Εξέλιξη της Γεωγραφίας και η συνεργασία με τις άλλες Επιστήμες.

       Με τη δημιουργία των γεωγραφικών Εταιρειών σε χώρες με αποικιοκρατική δύναμη και συγκεκριμένα της Γαλλίας (Παρισίων 1821), Γερμανίας ( Βερολίνου 1882) και Αγγλίας (Λονδίνου 1830) και με την εισαγωγή της γεωγραφίας στα πανεπιστήμια, το 19o αιώνα, ξεκινάει μια νέα εποχή για τη Γεωγραφία.
       Ας δούμε αναλυτικά την εξέλιξη της Γεωγραφίας και τις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί, επηρεαστεί η επηρέασε. Τον 19ο αιώνα δημιουργούνται δύο μεγάλες, και αντιμαχόμενες, γεωγραφικές σχολές.

    Κλασσική και περιφερειακή Γεωγραφία.


    Περιβαλλοντικός ντετερμινισμός και ποσσιμπιλισμός.

       Ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός, τον 19ο αιώνα, της Κλασικής Γεωγραφίας, υποστηρίζει ότι το φυσικό περιβάλλον είναι αυτό που επηρεάζει αναγκαστικά την ανθρώπινη δραστηριότητα, μειώνοντας την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα. Θεωρητικό υπόβαθρο της σχολής αποτελεί το έργο του Δαρβίνου Η προέλευση των ειδών μέσα από το οποίο καταδεικνύεται η αποφασιστική επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στον καθορισμό των σχέσεων, των συμπεριφορών και των αντιδράσεων του ανθρώπου.
       Μέσα από τον περιβαλλοντικό ντετερμινισμό αναπτύσσεται από το Γερμανό Γεωγράφο Ratzel, στο έργο του, Πολιτική Γεωγραφία, η θεωρία του «ζωτικού χώρου» που αποτελεί τη βάση της γεωπολιτικής. Η άποψη που εκφράζεται μέσα από τη γεωπολιτική, υποτάσσει τον άνθρωπο στη χωρική επικράτεια, το κράτος, και τον κάνει υποχείριο και έρμαιο της ιδεολογικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Ναζιστικές και αποικιοκρατικές δράσεις προσπαθούν να δικαιολογηθούν μέσα από αυτή την άποψη. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 39 - 41)
       Σε αυτήν τη σχολή δεν έχουμε συνεργασία με άλλες επιστήμες διότι μειώνεται, από τους ντεντερμινιστές, η σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος.
       Ακολουθεί ο ποσσιμπιλισμός (τέλος 19ου αιώνα μέχρι το 1950) ασκώντας κριτική στον ντετερμινισμό. Εκδηλώνεται στη Γερμανία αλλά υιοθετήθηκε στη Γαλλία και δημιούργησε την Περιφερειακή Γεωγραφία με κυριότερους εκπροσώπους τους Blache και Brunhes. Αναγνωρίζει το δυναμικό ρόλο του ανθρώπου στην πορεία εξέλιξης του και στη διαδικασία αλλαγής του χώρου και υποστηρίζει την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Εκφράζει την άποψη ότι το φυσικό περιβάλλον δεν είναι ο αποκλειστικός παράγοντας που ρυθμίζει την ανθρώπινη δραστηριότητα αλλά ένας από αυτούς καθώς και ότι η δραστηριότητες του ανθρώπου επηρεάζουν το φυσικό του περίγυρο.
       Η Περιφερειακή Γεωγραφία εξετάζει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος στο χώρο, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικό-κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία. Έντονο είναι το στοιχείο της διεπιστημονικότητας στο οποίο επιδρούν και οι αναρχικοί γεωγράφοι, με την εναλλακτική γεωγραφία του Κροπότκιν, στους οποίους κυριαρχεί η αντίληψη ότι στην ανάλυση των γεγονότων πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, κοινωνικές συμπεριφορές, ρεύματα κ.α.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 42 - 43)

    Η Άνθρωπο-οικολογία του Σικάγο.

       Από την Αμερική έρχεται η Άνθρωπο-οικολογία του Σικάγο (1920) η οποία προσπαθεί να εξηγήσει τα πολιτισμικά αστικά κέντρα, που δημιουργήθηκαν από τη μετανάστευση, αυτοχαρακτηρίζεται γεωγραφία και την επηρεάζει καθοριστικά αναλύοντας την πόλη ως οικοσύστημα. Για να εξεταστούν οι δραστηριότητες του ανθρώπου μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον πρέπει να προσδιοριστούν οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτή τη μετανάστευση αλλά και οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δημιουργούνται. Αυτή η μελέτη θα γίνει με τη βοήθεια και την ανάπτυξη της κοινωνικής και αστικής γεωγραφίας. (Λεοντίδου, 2001, σ. 44.)

    Ποσοτική Γεωγραφία και Θετικισμός.

       Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, κυρίως στις ΗΠΑ, πραγματοποιείται το πέρασμα από την περιφερειακή στην ποσοτική γεωγραφία. Η Ποσοτική Γεωγραφία επικεντρώνεται στην ανάλυση των φαινομένων με βάση μαθηματικά και στατιστικά μοντέλα και δίνεται έμφαση στις οικονομικές σχέσεις, την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη χωρική οργάνωση (χωρική ανάλυση). (Masey & Allen, 2001, σ. 14)
       Με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου τα καταστροφικά αποτελέσματα του πολέμου και η ανάγκη, για οικονομική ευμάρεια και ένα καλύτερο αύριο μετατρέπουν τον άνθρωπο σε οικονομικό παράγοντα. Αναπτύσσεται ένα οικονομικό καθεστώς, με την ονομασία Φορντισμός, από τον αυτοκινητοβιομήχανο Ερ. Φορντ σύμφωνα με το οποίο, ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αλυσίδας παραγωγής με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Ο οικονομικός άνθρωπος είναι γεγονός και πρέπει να συνεισφέρει στην οικονομική ανάπτυξη του κράτους και στη χωρίς ηθικούς φραγμούς, αχαλίνωτη κούρσα της συσσώρευσης πλούτου, εκμεταλλευόμενος την οικονομική και κοινωνική δυσπραγία του εργατικού δυναμικού, αποτέλεσμα ενός απάνθρωπου πολέμου.
       Αυτήν την περίοδο συνεχίζεται η τεχνολογική εξέλιξη, με τη διάδοση των Η/Υ και την εισαγωγή στατιστικών στοιχείων παρέχεται στους επιστήμονες η δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλου όγκου δεδομένων και ποσοτικοποίησης στοιχείων.(Λεωντίδου, 2001, σσ. 51 -53.)
       Βασίζεται στο λογικό θετικισμό και για αυτό το λόγο οι ποσοτικοί γεωγράφοι προσπαθούν με τη χρήση μαθηματικών και γεωμετρικών όρων να αναλύσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η έννοια του χώρου εκλαμβάνεται ως σημείο και μετριέται γεωμετρικά σαν απόσταση, βάση αυτού ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί εμπειρικά αφαιρείται.(Masey & Allen, 2001, σσ. 14 - 15.)
       Η προσπάθεια της συστηματοποίησης και της μοντελοποίησης των φαινομένων και η μονομερής προσέγγιση, της δίνει γερές βάσεις επιστημολογίας, σε συνεργασία με τις θετικές επιστήμες, την αλλοιώνει όμως από τα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά στοιχεία και οδηγεί τη Γεωγραφία στον κατακερματισμό της σε επιμέρους επιστήμες. Την δεκαετία του 1960 ο Βρετανός γεωγράφος Peter Hagget υποστήριξε ότι η Γεωγραφία έχει στενές παραδοσιακές σχέσεις με τη γεωλογία, τη βιολογία, τις κοινωνικές επιστήμες και τη Γεωμετρία. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 51- 55.)

    Κριτική Γεωγραφία.

       Στη δεκαετία του 1970 η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, η εξέγερση των φοιτητών το Μάιο του 1968, και η παράθεση κοινωνικών ζητημάτων, όπως ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η οικολογική καταστροφή, η δυσαρέσκεια για τον δυτικό πολιτισμό κ.α δημιουργούν το κίνημα για κοινωνική συμβολή. Η προηγούμενη Γεωγραφία βρίσκεται σε διαρκή αμφισβήτηση διότι δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις νέες συνθήκες, η οποίες δεν αποτελούσαν και αντικείμενο της ερευνάς της. Η ποσοτική Γεωγραφία δεν μπορεί να δώσει λύσεις σε προβλήματα χωροθέτησης οικονομικών δραστηριοτήτων.
       Είναι πλέον επιβεβλημένη η εγκατάλειψη του Λογικού Θετικισμού και η μελέτη του κοινωνικού περίγυρου και του ανθρώπινου παράγοντα μέσα από παλαιότερες κατευθύνσεις των αναρχικών Γεωγράφων, και συγκεκριμένα του Kropotin. Η χρήση μαθηματικών μοντέλων ανάλυσης, χωρίς να υπολογίζεται η ανθρώπινη συμπεριφορά και τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία δεν είναι πλέον δυνατή. Η ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς με τη χωρική διάσταση συνδέεται με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο που αναπτύσσεται. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 58 - 61.)
       Ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της κριτικής Γεωγραφίας έδωσε τη δυνατότητα της ανάλυσης και έρευνας σε ζητήματα που είχαν παραμεληθεί από τους ποσοτικούς Γεωγράφους.

    Τα Μεταβατικά Στάδια.

       Για να περάσουμε από την ποσοτική στην κριτική γεωγραφία μεσολαβούν τέσσερα μεταβατικά στάδια, με διεπιστημονικό χαρακτήρα και κριτική διάθεση και είναι τα εξής:

    Συμπεριφορική Γεωγραφία.

       Κινείται στα πλαίσια του θετικισμού, απλά διαφοροποιείται από την ποσοτική γεωγραφία προτείνοντας τον «κοινωνικό άνθρωπο» στη θέση του «οικονομικού ανθρώπου».
       Έντονο και εδώ το στοιχείο της διεπιστημονικότητας. Πρόβαλε τον διεπιστημονικό χαρακτήρα της γεωγραφίας συνεργαζόμενη με θεωρίες ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, παιγνίων, και της κοινωνικής ψυχολογίας. Οι επιστήμονες προσπαθούν να αποδείξουν της πραγματικές αντιδράσεις των ανθρώπων κάτω από τη πίεση των φυσικών καταστάσεων και φαινομένων καθώς και άλλες συμπεριφορές.

    Ανθρωπιστική Γεωγραφία.

       Απορρίπτει τον ντετερμινισμό του θετικισμού και προβάλλει την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. O Βρετανός Emrys Jones χρησιμοποιεί παραδείγματα από τη φυσική, που σέβονταν οι θετικιστές, για να καταρρίψει την θεωρία περί γενικών νόμων, αποδεικνύοντας ότι δεν μπορούν να υπάρξουν γενικοί κανόνες για να εξηγήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

    Φιλελεύθερη-ριζοσπαστική Γεωγραφία.

       Ενδιαφέρονται και οι δύο για τις κοινωνικές ανισότητες αλλά διαφέρουν στον τρόπο επίλυσης που προτείνει η κάθε μια. Εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους θα επέλθει η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη. Πιστεύουν ότι η γεωγραφία μπορεί να συμβάλλει στην αλλαγή και την καλυτέρευση του κόσμου.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 64 - 65.)
       Η Φιλελεύθερη Γεωγραφία περιορίζεται στο χώρο της κατανάλωσης και συνδέεται με τον κοινωνικό σχεδιασμό του χώρου, με ένα σχέδιο μπορούμε να αλλάξουμε το χώρο. Η Μαρξιστική θεώρηση προτείνει μια πιο ριζοσπαστική δραστηριότητα, οι κοινωνικές ομάδες πρέπει να παρέμβουνε στο χώρο για να τον αλλάξουνε.
       Κοινωνική, οικονομική, πολιτική, και ιστορική παράγοντες χρησιμοποιούνται από τα παραπάνω παραδείγματα τα οποία ταξινομούνται με βάση των ανθρώπινο παράγοντα ή την πολιτική και ιδεολογική διάσταση της κοινωνίας.

    Μεταθετικιστικά ρεύματα.

       Η σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία οριστικοποιεί την νέα διεπιστημονικότητα και την σημασία της ιστορικής ανάλυσης των φαινομένων, θέτοντας την έννοια του χώρου μεταξύ του παγκόσμιου και του τοπικού. Χαρακτηρίζεται από την αλληλεπίδραση του χώρου και της φύσης, με την κοινωνία, διαφοροποιείτε από τον θετικισμό και προχωρεί στην εξαγγελία τριών μετά-θετικιστικών ρευμάτων τα οποία ισχύουν μέχρι και σήμερα: Την Πολιτικό-Οικονομική προσέγγιση, την Πολιτιστική Στροφή και την Οικολογική τάση.
       Για τους σύγχρονους γεωγράφους, η σημασία της γεωγραφίας ανάγεται σε πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, αναλύοντας την έννοια της χώρο-κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Ο χώρος επηρεάζει και επηρεάζεται από την κοινωνία και τις διαδικασίες της. (Λεοντίδου, 1990, σ. 86.)

    Πολιτικό-οικονομική προσέγγιση.

       Δίνεται έμφαση στις κοινωνικές και οικονομικές δομές και τονίζεται η σημασία της οικονομικής αναδιάρθρωσης στην συγκρότηση του χώρου.
       Ασπάζεται τον κριτικό ρεαλισμό και τη θεωρία της ρύθμισης, χωρική διαίρεση και οικονομική αναδιάρθρωση του χώρου, και είναι μετεξέλιξη του μαρξιστικού παραδείγματος. Αυτή η μετεξέλιξη ερευνά με βάση τις ιστορικές καταβολές, την ιδιομορφία του τόπου, το ρόλο και τη σημασία των τοπικών κοινωνιών, στο διεθνές οικονομικό πλαίσιο. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 69 - 71.)

    Πολιτισμική Στροφή.

       Ενστερνίσθηκε το μεταμοντέρνο κίνημα που με τις διάφορες εκφάνσεις του ( ως εποχή, ως στυλ, ως ρυθμός) επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει την αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τις εικαστικές τέχνες κ.α. αμφισβητώντας έντονα τις βάσεις των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Δίνεται έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και τονίζεται η πολιτισμική ταυτότητα και η διαφορετικότητα.
       Τονίζεται η μοναδικότητα του τόπου και η χωρική διαίρεση, σκοπός είναι η αποδόμηση φαινομένων μέσα από τη διαπλοκή των επιστημών.

    Οίκο-γεωγραφία.

       Αποτελεί τη μετεξέλιξη της Άνθρωπο-οικολογίας του Σικάγο και εξετάζει την άνιση ανάπτυξη και τη χωρική διαφοροποίηση σε διεθνή και τοπικό επίπεδο μέσα από την αλληλοδιαπλοκή της Κοινωνικής, Ιστορικής, Πολιτικής, Οικονομικής Ανθρωπογεωγραφίας με την φυσική Γεωγραφία διευρύνοντας την έννοια του χώρου για να συμπεριλάβει τη φύση.
       Μελετούνται φαινόμενα Γεωοικονομίας και Γεωπολιτικής στα πλαίσια της έρευνας για την αλληλεπίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας και του περιβάλλοντος και των καταστροφικών συνεπειών που επιφέρει στο περιβάλλον η ανθρώπινη δραστηριότητα. Έχει ως σκοπό την εξεύρεση τύπου ανάπτυξης η οποία δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην ανάπτυξη της φύσης.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 74 - 76.)

    4.Επίλογος.

        Η Γεωγραφία αποτελεί μια κοινωνική επιστήμη με διεπιστημονική δραστηριότητα και αντικείμενο τη διαμόρφωση της ανθρώπινης δραστηριότητας στο χώρο, μέσα από την αλληλεπίδραση οικονομικό-κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών φαινόμενων και τη συνδρομή της ιστορίας. Έχει το δικό της αντικείμενο σπουδής, το γεωγραφικό χώρο και το γεωγραφικό άνθρωπο. Είναι μια επιστήμη η οποία μέχρι και σήμερα μετεξελίσσεται και δεν μπορεί για κανένα λόγο να παραβλέψει τη συμβολή των άλλων επιστημών, είτε αυτές αφορούν τη φύση είτε τον άνθρωπο.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
    • Λεοντίδου, Λ., ΕΜΠ., (επιμ.), (1990), Η διεπιστημονική προσέγγιση της ανάπτυξης, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα.
    • Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., (2001), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.
    • Massey, D., Allen, J., (2001), Η Γεωγραφία Έχει Σημασία, εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.


      Η παραπάνω εργασία βαθμολογήθηκε με 07 (επτά).
      Σχόλια καθηγητή:
         Η εργασία ήταν καλή όσον αφορά τη δομή αλλά θα μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλα υποκεφάλαια. Η εργασία δεν ήταν πρωτότυπη, παρ όλα αυτά τα συμπεράσματα της είναι σωστά. Συνοψίζουν τη θεώρηση κι απαντούν στο ζήτημα της διεπιστημονικότητας της Γεωγραφίας. Η ποιότητα της εισαγωγής είναι καλή αφού αναγγέλει το θέμα, δικαιολογεί  τις επιλογές και τη μέθοδο. Η ροή του συλλογισμού, τα επιχειρήματα & η περιοδολόγηση είναι σωστά με εξαίρεση το κεφ. 3.1: Η αναρχική προσέγγιση είναι κριτική ως προς την κλασσική και περιφεριακή Γεωγραφία κι επομένως δεν μπορεί να αποτελεί υποπαράγραφο αυτού του κεφαλαίου. Στο κείμενο φαίνεται σαν να είναι μέρος της περιφεριακής, πράγμα που είναι λάθος.
         Η κριτική ικανότητα δεν φαίνεται αρκετά στην εργασία. Θα μπορούσε να ενισχυθεί περισσότερο με τη χρήση διαφορετικών ντοκουμέντων που υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις.


      Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

      ΕΑΠ ΕΠΟ33: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

      Θέμα 3ης εργασίας:
        Σε όσα διαβάσατε μέχρι τώρα, θα διαπιστώσατε πως στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή ενοποίηση εμφανίστηκαν χαρακτηριστικά αδράνειας στη δεκαετία του 1970 ενώ στη δεκαετία του 1980 αυτό αρχίζει να αντιστρέφεται. Ποιοι θεωρείτε πως είναι οι κυριότεροι παράγοντες που συνετέλεσαν, εκείνη την περίοδο, στην υποχώρηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και ποιοι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην απόκτηση μιας νέας δυναμικής;

      Περιεχόμενα:
      1. Εισαγωγή.
      2. Οι λόγοι της Στασιμότητας. 2.1 Οι Διεθνείς Κρίσεις.
      3. Η Νέα Δυναμική στη Δεκαετία του 1980. 3.1 Ο Δρόμος προς την Ένωση. 3.2 Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη.
      4. Επίλογος.

      1. ΕΙΣΑΓΩΓΉ.

         Έχουν ήδη συμπληρωθεί περισσότερα από πενήντα χρόνια από την διακήρυξη του Σχεδίου Schuman και έκτοτε η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χαρακτηρίστηκε από πολλές παλινδρομήσεις, αναστολές και αλλεπάλληλες κρίσεις. Όμως, τα θεμέλια που έθεσαν οι μηχανισμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η επίπονη προσπάθεια, ανθρώπων, οραματιστών για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ευμάρεια, κατάφεραν να οδηγήσουν στο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί πλέον ένα μόνιμο πλαίσιο ευρωπαϊκής προοπτικής. Αυτή η διαδρομή έγινε με πολλές στάσεις και συνάντησε πολλά εμπόδια. Η αδράνεια που χαρακτήρισε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκε να υποχωρεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
         Στην εργασία αυτή θα αναλύσουμε τις εξελίξεις και τις μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν την προσπάθεια αυτή από περιόδους στασιμότητας σε μία νέα κινητικότητα. Στην αρχή θα κάνουμε αναφορά στα χαρακτηριστικά αδράνειας που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1970. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε στην δεκαετία του 1980, κατά την οποία τα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί ύστερα από εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις ανάγκασαν την Κοινότητα να αναζητήσει οριστικές λύσεις.

      2. ΟΙ ΛΌΓΟΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΙΜΌΤΗΤΑΣ.

         Από την διακήρυξη του Σχεδίου Schuman και έκτοτε η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χαρακτηρίστηκε από πολλές παλινδρομήσεις, αναστολές και αλλεπάλληλες κρίσεις. Η Γαλλία είχε εδραιώσει την ηγεμονία της στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, επί προεδρίας του de Gaulle, η οποία άσκησε βέτο δύο φορές (1961, 1967), στην ένταξη της Βρετανίας, θεωρώντας ότι η ειδική της σχέση με τις Η.Π.Α., η βιομηχανική και η στρατιωτική της ισχύ θα άλλαζαν τις ισορροπίες δυνάμεων μέσα στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Ο πρόεδρος de Gaulle παρέμεινε η κυρίαρχη μορφή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Στις 11 Μαΐου 1967, όταν ο Βρετανός εργατικός πρωθυπουργός Harold Wilson επιχειρεί εκ νέου να θέσει αίτηση για προσχώρηση της χώρας του στην Κοινότητα, η γαλλική πλευρά διατηρεί τις επιφυλάξεις της και «παγώνει» την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει την απόρριψη της αίτησης. Ωστόσο οι θεσμικές εξελίξεις προχωρούν, καθώς το 1968 τίθεται σε εφαρμογή η Συνθήκη Συγχώνευσης των εκτελεστικών οργάνων, με την ίδρυση ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής και για τις τρεις Ε.Κ. ενώ την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους καταργούνται και οι τελευταίοι ενδοκοινοτικοί δασμοί. Οι περιστάσεις ωστόσο υποδείκνυαν την ανάγκη μίας νέας πολιτική βούλησης που θα έδινε στη Κοινότητα την δυνατότητα να επεκτείνει τη συμβολή της στο παγκόσμιο εμπόριο και να καταστεί ικανή να δεχθεί νέα μέλη στις τάξεις της. Το φαινόμενο της «υπερχείλισης» δεν μπορούσε να οδηγήσει από μόνο του τις εξελίξεις. (Henig, 2002, σ.67)
         Η νέα προοπτική διαφάνηκε με την παραίτηση του στρατηγού de Gaulle τον Απρίλιο του 1969 και την εκλογή του George Pompidou στη θέση του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος είχε μια περισσότερο φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση. Το Δεκέμβριο του 1969 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη Κορυφής της Χάγης, μία συνάντηση καθοριστικής σημασίας για την πορεία της Κοινότητας και προάγγελο της επερχόμενης διεύρυνσης. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Χάγης, ο Pompidou, συμφώνησε να άρει το βέτο για την ένταξη της Βρετανίας,( Frank, 2003, σ.415) αφού πρώτα πέτυχε την ολοκλήρωση του οικοδομήματος της Κ.Α.Π. και την καθιέρωση ενός προϋπολογισμού της Ε.Κ όπου τα έσοδά της θα προέρχονταν, από το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο, τους αγροτικούς φόρους και ένα ενιαίο ποσοστό ΦΠΑ που δεν θα ξεπερνούσε το 1%. (Henig, 2002, σ.70)
         Στη Διάσκεψη της Χάγης αποφασίστηκε η επεξεργασία ενός σχεδίου στη διάρκεια του 1970 για τη σταδιακή μετάβαση προς την οικονομική ένωση. Η δέσμευση αυτή οδήγησε στην έκθεση Werner η οποία εισηγήθηκε την πραγματοποίηση της νομισματικής ένωσης σε τρεις φάσεις μέχρι το 1980 με βαθμιαία μείωση των περιθωρίων διακύμανσης των ισοτιμιών των κοινοτικών νομισμάτων. Παράλληλα γίνεται αναφορά και στην ανάγκη διαρθρωτικής οικονομικής πολιτικής για την διόρθωση των ανισορροπιών που θα προέκυπταν από την διεύρυνση. Η παγκόσμια κρίση όμως που έμελλε να πλήξει την Κοινότητα κατά τη δεκαετία του 1970 θα ανέβαλλε προσωρινά αυτούς τους δύο στόχους.
         Οι κύριες αποφάσεις που λήφθηκαν τελικά στη διάσκεψη της Χάγης αφορούσαν το ζήτημα της εισδοχής νέων μελών, την υιοθέτηση συστήματος χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, την προώθηση της οικονομικής ενοποίησης καθώς και τη σύσταση μηχανισμού Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας. Το τρίπτυχο της διάσκεψης ήταν συμπλήρωση, εξέλιξη, διεύρυνση.(Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 89-93)
         Ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου, η δυνατότητα δηλαδή της άσκησης βέτο ενός εθνικού κράτους, όταν θεωρεί ότι κάποιες αποφάσεις θίγουν κάποια κύρια εθνικά του συμφέροντα, είχε κάνει τις διαπραγματεύσεις πολύ προσεκτικές και λιγότερο δυναμικές. Αργότερα η Βρετανία έχοντας πρόβλημα στο θέμα του προϋπολογισμού χρησιμοποιούσε συχνά το βέτο, σαν διαπραγματευτικό όπλο για να πετύχει την επαναδιαπραγμάτευση των όρων ένταξή της.
         Μετά την πρώτη διεύρυνση, η Δανία, η Ιρλανδία και η Βρετανία προσχωρούν στην ΕΚ στις 22 Ιανουαρίου 1972, άρχισε να διαφαίνεται μία οικονομική ανομοιογένεια. Η Ιρλανδία είχε πολύ μικρότερη οικονομική ανάπτυξη από τον μέσο όρο των κρατών-μελών, αλλά ακόμα και στα κράτη που είχαν μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη υπήρχαν περιοχές οικονομικά υποβαθμισμένες. Υπήρχαν ανησυχίες ότι η ένταξη των νότιο-ευρωπαϊκών χωρών (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία), που είχαν καταθέσει αιτήσεις ένταξης, θα ενέτεινε τις ανισότητες.Οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν, έφεραν νέα ισορροπία στο εσωτερικό της Ευρώπης, η οποία χαρακτηρίζεται από στοιχεία στασιμότητας.

      2.1 Οι διεθνείς κρίσεις.

         Οι διεθνείς κρίσεις της δεκαετίας του 1970 έφεραν τη δυτική Ευρώπη αντιμέτωπη με μια σειρά από προκλήσεις. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, η κατάσταση παρατεταμένης κρίσης που έγινε γνωστή ως στασιμοπληθωρισμός, ο ανταγωνισμός που αντιμετώπιζαν τα ευρωπαϊκά προϊόντα τόσο στις Η.Π.Α. όσο και από τις βιομηχανικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού. Ακόμη, η λογική του διπολισμού, στον οποίο παρέμεναν εγκλωβισμένες οι ευρωπαϊκές χώρες και η πρόκληση της διεύρυνσης  προς τη νότια Ευρώπη δημιούργησαν σωρευμένες προκλήσεις, τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
         Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 διακρίνονται σημάδια δυσλειτουργιών στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η αύξηση της παραγωγής και η γενικευμένη ανάπτυξη έκανε τις εκβιομηχανισμένες χώρες να αυξήσουν τις αγορές πρώτων υλών υψώνοντας παράλληλα τις τιμές των προϊόντων τους. Παράλληλα η μεταπολεμική συναλλαγματική ρύθμιση, το Bretton-Woods, που καθόριζε την αξία όλων των νομισμάτων σε σχέση με το δολάριο που ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό, κάτω από το διαρκώς αυξανόμενο εξωτερικό χρέος των Η.Π.Α., διακόπηκε στις 15 Αυγούστου 1971. Αυτό είχε σαν συνέπεια την υποτίμηση του δολαρίου δύο διαδοχικές χρονιές (1971, 1973) γεγονός που προκάλεσε κερδοσκοπία, θέτοντας σε τεράστια πίεση τις οικονομίες των κρατών-μελών που είχαν πλήθος αποθεματικών σε δολάρια. Αποκορύφωμα όμως της κρίσης στάθηκε η απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, απόρροια του αραβοϊσραηλινού πολέμου, κατά την περίοδο 1973-1974. Η εκρηκτική αυτή κατάσταση προκάλεσε αύξηση της ανεργίας, επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης και άνοδο του πληθωρισμού προκαλώντας το φαινόμενο του «στασιμοπληθωρισμού». (Berstein - Milza, 2000, σ. 254)
         Για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης τα κράτη-μέλη της Κοινότητας συμφώνησαν στη θέσπιση ενός νέου νομισματικού συστήματος, γνωστού και ως «φίδι στο τούνελ», με ανώτατο αποδεκτό όριο απόκλισης των συναλλαγματικών ισοτιμιών στο 2,2%. Το σύστημα λειτούργησε από το 1972 μέχρι το 1978 και ενώ αρχικά συμμετείχαν σε αυτό όλα τα μέλη της Κοινότητας, σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τη στερλίνα, τη λιρέτα και το γαλλικό φράγκο, με αποτέλεσμα να μετατραπεί ουσιαστικά σε κυρίαρχη ζώνη του γερμανικού μάρκου αφού οι μικρές βόρειες χώρες που παρέμειναν σε αυτό χαρακτηρίζονταν από υψηλή εμπορική εξάρτηση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ο.Δ.Γ.). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, στο τέλος του 1978, η Κοινότητα να πορεύεται λόγω ελλιπούς συντονισμού σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της οικονομικής σύγκλισης.
         Η λύση απέναντι σε αυτή την κατάσταση δόθηκε στη Συνθήκη Κορυφής στη Βρέμη, τον Ιούλιο του 1978, όπου αποφασίστηκε η σύσταση μίας ζώνης νομισματικής σταθερότητας. Αυτή θα παρείχε προστασία από τη συνεχιζόμενη διεθνή νομισματική αστάθεια, θα μειώνονταν οι πληθωριστικές πιέσεις αλλά θα σταματούσε και η υπερτίμηση ορισμένων νομισμάτων, όπως της Ο.Δ.Γ., που μείωναν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών. Το σύστημα ονομάστηκε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ε.Ν.Σ.) και βασιζόταν στην αναλογία των νομισμάτων, σύμφωνα με το ιδιαίτερο οικονομικό βάρος της κάθε χώρας, απέναντι στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (Ε.Ν.Μ.). Το Ε.Ν.Σ. άρχισε να τίθεται σε ισχύ από τις 13 Μαρτίου 1979 θέτοντας την πορεία της νομισματικής ένωσης σε στερεή πια βάση. (Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 93 - 96)
         Ο ανταγωνισμός που αντιμετώπιζαν τα ευρωπαϊκά προϊόντα τόσο από τις Η.Π.Α. όσο και από τις βιομηχανικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού λαμβάνει νέες διαστάσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στην διεθνή αγορά, παρουσιάζονται νέες οικονομικές δυνάμεις, εκτός από τις ΗΠΑ, που ανταγωνίζονται τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας: Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ταϊβάν, Σιγκαπούρη Μαλαισία, αναπτύσσουν τομείς υψηλής τεχνολογίας και εμπορίου με χαμηλό κόστος.
         Η λογική του διπολισμού, στον οποίο παρέμεναν εγκλωβισμένες οι ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσα δηλαδή σε Η.Π.Α. και ΕΣΣA. Με την άνοδο του Γκορμπατσόφ στα μέσα της δεκαετίας, το διεθνές περιβάλλον άρχισε να μεταβάλλεται και να διαφαίνεται σιγά-σιγά η δυνατότητα ανάδειξης της Ευρώπης ως ενός σημαντικού παράγοντα στη διεθνή σκηνή. Η πρόκληση της διεύρυνσης προς τη νότια Ευρώπη δημιούργησαν σωρευμένες προκλήσεις, τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες.(Λάβδας, 2002, σσ. 101-102)

      3. Η ΝΕΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1980.

         Με την πάροδο της δεκαετίας του 1970, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, παρά την οικονομική στασιμότητα, κατάφερε να επιτύχει μία διεύρυνση και δύο επιτεύγματα, το Ε.Π.Σ. και το Ε.Ν.Σ., με τη συγχώνευση δύο μεθοδολογιών: της υπερεθνικότητας και της διακυβερνητικότητας. Τα ζητήματα που προέβαλαν στις αρχές του 1980 ήταν η περαιτέρω διεύρυνση, το πρόβλημα του προϋπολογισμού, η οικονομική αναζωογόνηση, η θέση των ευρωπαϊκών προϊόντων στη διεθνή αγορά και η θεσμική μεταρρύθμιση. (Λάβδας, 2002, σσ. 101-103)

      3.1 Ο Δρόμος προς την Ένωση.

         Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχαν κατατεθεί αιτήσεις συμμετοχής από τρεις μεσογειακές χώρες την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Αν και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ήταν κυρίως οικονομικό και συγκεκριμένα αφορούσε τις διαφορές μεταξύ των τριών αιτούντων και των χωρών που ήταν ήδη μέλη, ο καθοριστικός παράγοντας των νέων διευρύνσεων ήταν πολιτικός.
         Η Ελλάδα επιθυμούσε την ένταξή της αλλά η κατάλυση της δημοκρατίας το 1967 ανέκοψε την προοπτική αυτή. Απολυταρχικά καθεστώτα είχαν επίσης η Ισπανία και η Πορτογαλία. Μόλις τις χώρες αυτές ανέλαβαν και πάλι δημοκρατικές κυβερνήσεις, η ΕΚ κατανόησε πως έπρεπε να τις στηρίξει πολιτικά, παρά τις όποιες επιφυλάξεις για τα οικονομικά προβλήματα που θα παρουσιάζονταν.(Henig, 2002, σ.80)
         Η ένταξη μεσογειακών χωρών χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη μπορεί να οδηγούσε σε μια Ευρωπαϊκή Κοινότητα «δύο ταχυτήτων». Η πιθανότητα αυτή αποφεύχθηκε με συγκεκριμένες κοινοτικές πολιτικές όπως η ενίσχυση της οικονομική συνοχής, ο διπλασιασμός των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων και η θέσπιση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων. Οι νέες οικονομικές απαιτήσεις έθεσαν την ανάγκη συνεισφοράς μεγαλύτερων ποσών προς τα κοινοτικά ταμεία για τη διόρθωση των δημοσιονομικών αποκλίσεων. Αυτό προκάλεσε μία περίοδο αποτελμάτωσης (1979-1984) στη διάρκεια της οποίας η Μεγάλη Βρετανία, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής στο Λουξεμβούργο (1981), έθεσε θέμα συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό το οποίο είχε διασυνδέσει άμεσα με τη μεταρρύθμιση της Κ.Α.Π. και τη μείωση της επιβάρυνσής της.
         Η λύση βρέθηκε στο Συμβούλιο του Fontainebleau τον Ιούνιο του 1984 με τον «κλασσικό τρόπο» της Κοινότητας: οι υποχρεώσεις της Βρετανίας προς το Κοινοτικό Προϋπολογισμό θα μειώνονταν σταδιακά με τη χρήση ενός τεχνικού τύπου που είχε επινοήσει η Επιτροπή, με αντάλλαγμα την αποδοχή ενός υψηλότερου προϋπολογισμού. Με τον τρόπο αυτό επιλύθηκε η μακροχρόνια διαμάχη που εμπόδιζε την είσοδο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Κοινότητα, θέτοντας παράλληλα σε κίνηση τη διαδικασία που θα οδηγούσε στην υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (Ε.Ε.Π.). (Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 112-115)
         Με την ένταξη των νέων κρατών-μελών, στην «Ευρώπη των 12» πλέον, διογκώθηκε το πρόβλημα της δυσλειτουργίας των θεσμών της Κοινότητας. Πρακτικές, όπως το βέτο, που είχαν εδραιωθεί όταν τα κράτη-μέλη ήταν μόνο 6, δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα όταν ο αριθμός διπλασιάστηκε. Πρωταρχικό ζήτημα ήταν η θεσμική αναδιάρθρωση και ειδικότερα το θέμα που τέθηκε από την γαλλοϊταλική πρόταση Gensher-Colombo (1981), σύμφωνα με την οποία η λήψη αποφάσεων για την ανάπτυξη της Πολιτικής Συνεργασίας θα εφαρμοζόταν με ειδική πλειοψηφία. Σκοπός του σχεδίου ήταν η αποτροπή κάθε πρόκλησης απέναντι στη θεωρία της επίκλησης του εθνικού συμφέροντος ως βάση βέτο. Δεύτερο και καθοριστικής σημασίας ζήτημα αποτέλεσε η στασιμότητα που υπήρξε κατά την περίοδο της οικονομικής ύφεσης, στο θέμα της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς. Με τη Πανηγυρική Διακήρυξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 19 Ιουνίου 1983, τέθηκε η δέσμευση των Δέκα για την πλήρη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με τις Συνθήκες, την κατάργηση των προσκομμάτων και την απελευθέρωση των κεφαλαίων και των υπηρεσιών.(Μούσης, 1991, σ.87)
         Ο γαλλογερμανικός «άξονας», που στήριξε από την αρχή την ενοποίηση της Ευρώπης με τη διακήρυξη Σούμαν, εξακολουθούσε να έχει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της Ε.Κ. Η κυβέρνηση συνασπισμού της Γερμανίας που ηγούνταν οι Σοσιαλιστές στήριξε τη δημιουργία του σχεδίου Genscher-Colombo, όταν η Γαλλία δεν έλαβε μέρος στην πρωτοβουλία αυτή. Όταν όμως η Γαλλία με την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Mitterand πλέον, ανέλαβε την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Ιανουάριο του 1984, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί τη λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία, σε όποια περίπτωση αυτό απαιτείτο. Με αυτή την πολιτική δήλωση, η Γαλλία έδειξε ότι είχε αρχίσει να ξεπερνάει τη συντηρητική κληρονομιά του de Gaulle, στα ευρωπαϊκά ζητήματα.
         Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συγκλήθηκε, στο Fontainebleau, όρισε τον Jacque Delors, Πρόεδρο της Επιτροπής για δέκα χρόνια μέχρι το 1994. Η εκλογή του σηματοδότησε μια νέα δυναμική στο θεσμό της Επιτροπής. Ένθερμος φεντεραλιστής, ο Delors ήταν ο πρώτος Πρόεδρος το όνομα του οποίου έγινε πασίγνωστο, γεγονός που έδωσε νέα πνοή και ανανέωση στην κατεύθυνση της περαιτέρω ολοκλήρωσης και εμβάθυνσης. Στην συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Μιλάνο το 1985 η Επιτροπή, παρουσίασε την «Λευκή Βίβλο» για την εφαρμογή της ενιαίας αγοράς και στην συνέχεια πραγματοποιήθηκε η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1985 που κατέληξε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Ωστόσο ο δυναμισμός και η «ευρω-αισιοδοξία» του νέου προέδρου της Επιτροπής Jacques Delors, ήταν εκείνα που συνέβαλλαν στη διαβίβαση της «Λευκής Βίβλου» προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με χρονοδιάγραμμα μέχρι το 1992 για την δημιουργία μίας αληθινά κοινής αγοράς χωρίς εσωτερικά σύνορα. (Henig, 2002, σσ. 82-85)

      3.2 Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη.

         Η ΕΕΠ ήταν η πρώτη αναθεώρηση της Συνθήκης της Ρώμης και βοήθησε στο ενοποιητικό εγχείρημα. εκτός Ευρώπης, ο ανταγωνισμός με Η.Π.Α. και Ιαπωνία στο τομέα της υψηλής τεχνολογία, του εμπορίου και της οικονομίας γινόταν ολοένα και πιο επικίνδυνος. Παράλληλα εντός Ευρώπης υπήρχε η αίσθηση ότι η ΕΚ δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά.
         Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη στηρίχθηκε πολιτικά στην αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι λόγοι για τους οποίους η ΕΕΠ θεωρείται σημαντική. Ακύρωσε τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου και επανέφερε την «ειδική πλειοψηφία» για κάποια μικρότερης σημασίας ζητήματα. Αύξησε τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων και εισήγαγε την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ) και το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ). Κατέστησε επίσης το Κοινοβούλιο ισχυρότερο αναθέτοντάς του μεγαλύτερη εξουσία στο νομοθετικό έργο, ενώ εγκαινίαζε και την πολιτική συνεργασίας σε ποικίλους τομείς.(Nugent, 2003, σσ.105-106) Τα βασικά χαρακτηριστικά του εξωτερικού περιβάλλοντος φαίνονταν σταθερά. Οι εξωτερικές πολιτικές εξελίξεις αιφνιδίασαν τους Ευρωπαίους όπως η επανένωση της Γερμανίας το 1989, η αποδόμηση της ΕΣΣΔ και η κατάρρευση του ψυχρού πολέμου.(Henig, 2002, σ. 79)

      4. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

         Η πορεία της ενοποίησης, δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων υποχώρησε και άρχισαν να παρουσιάζονται διάφορα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Οι διεθνείς εξελίξεις επηρέασαν τις Κοινότητες και τις πίεσαν να αναζητήσουν μόνιμες λύσεις. Οι λύσεις αυτές αποτυπώθηκαν αρχικά στη ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και στη συνέχεια στην πολιτική συνεργασία των χωρών σε διάφορους τομείς. Η Ε.Ε. δείχνει να ξεπέρασε τη στασιμότητα και η προσπάθεια για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεχίζεται με μεγαλύτερο ενθουσιασμό.
         Η Ευρώπη για να επιλύσει και να ξεπεράσει τις προκλήσεις τόσο οικονομικής όσο και θεσμικής φύσης επέλεξε να βάλει πίσω τις εθνικές ή τις όποιες άλλες λύσεις και να προχωρήσει προς τα εμπρός. Επιλέγοντας και υιοθετώντας πάλι τη λειτουργική μέθοδο η Κοινότητα αποφάσισε την πλήρη ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς της. Μέσω της εμβάθυνσης και της ενοποίησης της αγοράς αλλά και μέσω μιας θεσμικής μεταρρύθμισης η Κοινότητα ήλπιζε να ενδυναμώσει σε βάθος χρόνου εν γένει και όντας δυνατότερη και πιο στέρεη να ελπίζει και στην πολιτική ολοκλήρωση.

      ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

      • Λάβδας, Κ., Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2002
      • Μούσης, Ν., Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1991
      • Χριστοδουλίδης, Θ., Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος 1923-2004, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα 2004
      • Berstein, S.,-Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης, τ. 3, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000
      • Frank, R., Εμφύλιοι Ευρωπαϊκοί Πόλεμοι, στο: Οι Ευρωπαίοι, Νεώτεροι και Σύγχρονη Εποχή, τ. Β’ , επιμ. Ελένη Αρβελέρ, Maurice Aymard, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003
      • Henig, S., Η ενοποίηση της Ευρώπης. Ααπό την διχόνοια στην ομόνοια, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2002
      • Nugent, N., Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιμ. Μαρία Μενδρινού, Σαββάλας, Αθήνα 2003


      Η παραπάνω εργασία βαθμολογήθηκε με ο7 (επτά)

      Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

      Λάμψη

                                                               

      Καλώντας από σταθερό ΟΤΕ στο 901.11.158.158 μπορείτε να δώσετε 3 ευρώ με την κλήση σας στον σύλλογο "Λάμψη" (Σύλλογος γονέων παιδιών πασχόντων από κακοήθη νοσήματα Βόρ. Ελλάδας) όποιος μπορεί ας το μεταδώσει.

      Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

      ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

      ΕΛΠ10: Εισαγωγή στη σπουδή του ελληνικού πολιτισμού
      ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
      ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ:
      Φιλολογία(έμφαση στην κλασική φιλολογία)
      Η πρόσληψη του παρελθόντος: το παράδειγμα του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού
      Η προβολή του παρελθόντος: το πολιτισμικό προϊόν στη σύγχρονη αγορά

      ΘΕΜΑ:
      Η διαφύλαξη, η αξιοποίηση και η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς προϋποθέτουν συγκροτημένες, μεθοδικές και συντονισμένες ενέργειες. Οι ενέργειες αυτές πρέπει να αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στον εντοπισμό και στην επιστημονική έκδοση των γραπτών μαρτυριών του παρελθόντος, καθώς και στη διάσωση και προβολή των αρχαιολογικών ευρημάτων, πάντοτε στο πλαίσιο των σύγχρονων οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτισμικών σχέσεων και πραγματικοτήτων.
      1. Πώς αντιλαμβάνεστε την προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και στη σπουδή των αρχαίων ελληνικών κειμένων; Να περιγράψετε συνοπτικά τα διάφορα ιστορικά στάδια μέσω των οποίων τα αρχαία ελληνικά κείμενα διατηρήθηκαν και αναπαράχθηκαν, για να φτάσουν εντέλει ως εμάς.
      2. Με ποιες περιόδους του ελληνικού πολιτισμού ασχολήθηκε η γερμανική επιστήμη του 19ου αιώνα; Να στηρίξετε την απάντησή σας σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Επίσης, να αναφέρετε τους λόγους για τους οποίους η γερμανική επιστήμη στράφηκε στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, καθώς και τους κυριότερους τρόπους με τους οποίους επηρέασε την ανάπτυξη των αντίστοιχων σπουδών στην Ελλάδα.
      3. Με ποιους τρόπους τα υλικά και πνευματικά κατάλοιπα του ελληνικού πολιτισμού(π.χ. έργα τέχνης, αρχαιολογικοί χώροι, θεατρικά κείμενα)μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτισμικής διαχείρισης και ανάδειξης; Να επικεντρώσετε την απάντησή σας στις οικονομικές παραμέτρους και συνέπειες, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες αντιλήψεις στο χώρο της μουσειολογίας, των «πολιτιστικών βιομηχανιών» και του πολιτισμικού τουρισμού.



      ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
      1.Εισαγωγή
      2.Η προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και σπουδή των αρχαίων ελληνικών
      κειμένων διαμέσου των αιώνων
      3.Η γερμανική επιστήμη του 19ου αι. και ο ελληνικός πολιτισμός.
      4.Οι οικονομικές προεκτάσεις του πολιτισμού
      5.Επίλογος
      6.Βιβλιογραφία


      1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
         Τη στιγμή που ο άνθρωπος ζωγράφισε το πρώτο σχέδιο στο βράχο του σπηλαίου του, έδινε την υπόσχεση ότι θα κάνει οτιδήποτε ήταν δυνατό για να μεταδώσει τις σκέψεις και την ιστορία του στις επόμενες γενιές ανθρώπων. Θα προσπαθούσε να διαχωρίσει τον εαυτό του από τα άλλα είδη φτιάχνοντας πολιτισμό που θα τον εκδήλωνε με διάφορες μορφές. Από τότε συντελέστηκαν άλματα, ειδικότερα στον τομέα της ελληνικής φιλολογίας, με την τελευταία να έχει καταλάβει εξέχουσα θέση τόσο στον κόσμο της αρχαιότητας όσο και στις πιο σύγχρονες περιόδους.
         Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και σπουδή των αρχαίων ελληνικών κειμένων, περιγράφοντας τα ιστορικά στάδια μέσω των οποίων διατηρήθηκαν και αναπαράχθηκαν για να φτάσουν σε εμάς. Θα συνεχίσουμε, μελετώντας τις περιόδους του ελληνικού πολιτισμού με τις οποίες ασχολήθηκε η γερμανική επιστήμη τον 19ο αι. και θα αναφέρουμε τους λόγους που στράφηκε στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, καθώς και τους κυριότερους τρόπους που επηρέασε την ανάπτυξη των αντίστοιχων σπουδών στην Ελλάδα. Τέλος, θα επικεντρωθούμε στους τρόπους με τους οποίους τα υλικά και πνευματικά κατάλοιπα του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτισμικής διαχείρισης και ανάδειξης, με έμφαση στις οικονομικές παραμέτρους και συνέπειες.

      2. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.
         Οι περισσότερες πληροφορίες μας σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό αντλούνται από τα γραπτά μνημεία που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους προγόνους μας, που χωρίς τη συμβολή της φιλολογίας δε θα έφταναν ποτέ στα χέρια μας. Τα ονόματα και τα έργα των κλασικών συγγραφέων έγιναν γνωστά μέσω των χειρογράφων που χρονολογούνται από τον 9ο αι. π.Χ. Βέβαια, θετικό στοιχείο αποτελεί και το ότι αυτά τα κείμενα είναι όσο το δυνατό πιο πιστά αντίγραφα του πρωτότυπου κειμένου. (West, 1989, σσ.13-16)
         Οι Έλληνες είχαν λογοτεχνία πριν ανακαλύψουν την γραφή που ταίριαζε στη γλώσσα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα έπη του Ομήρου που απευθύνονταν σε ακροατήριο και όχι σε αναγνώστες.(Easterling & Knox, 2000, σ.21) Αρχικά τα ποιήματα και τα κείμενα καταγράφονταν σε ξύλινες ή κερωμένες πλάκες, σε πάπυρους και σε περγαμηνές,(Dorandi, 2003, σ.3) με σκοπό να βοηθούν τη μνήμη του ποιητή ή του αοιδού.(Easterling & Knox, 2000, σ.23) Τα μη φιλολογικά κείμενα ήταν γραμμένα στην «επισεσυρμένη» γραφή ενώ στα φιλολογικά προτιμούσαν τα κεφαλαία γράμματα.(Καραβιδόπουλος, 2009, σ.35) Η μεγαλογράμματη γραφή είναι εύκολο να αναγνωστεί ακόμη και σήμερα αλλά ήταν κοπιαστική και χρονοβόρα γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από τη μικρογράμματη τον 9ο αι.μ.Χ.(Χρήστου, 2004, σ.257) Εισαγωγές πάπυρου γίνονταν από την Αίγυπτο(6ο αι. π.Χ.), κάτι που συνέβαλλε στη βελτίωση των σχέσεων των δυο λαών.(Easterling & Knox,2000, σ.23)
         Οι απαρχές της ελληνικής φιλολογίας βρίσκονται στην αρχαϊκή Ελλάδα, εκεί όπου οι δάσκαλοι συγκέντρωναν υλικό μελέτης για τους μαθητές τους. Η ποίηση αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης τους και η ύπαρξη καταλόγων που εξηγούσε τις δυσνόητες λέξεις ήταν απαραίτητη.(Wilson, 2003, σ.89) Μαρτυρίες για εμπόριο βιβλίων στην Αθήνα έχουμε στα τέλη του 5ου αι.π.Χ. και αυτό σημαίνει ότι υπήρχαν είδη διαθέσιμα αντίγραφα κειμένων. Πολλές πληροφορίες μας παρέχουν επίσης οι επιγραφές πάνω σε αγγεία καθώς και στα όστρακα.(Easterling & Knox,2000, σσ.24-25)
         Η πρώτη μορφή βιβλίου ήταν ο κύλινδρος που αποτελούταν από πολλά επιμέρους φύλλα παπύρου, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Προοδευτικά ο κύλινδρος αντικαταστάθηκε από τον πιο εύχρηστο κώδικα που είχε φύλλα από πάπυρο ή περγαμηνή και ήταν ο πρόδρομος του βιβλίου.(Dorandi, 2003, σσ.5,8) Η χρήση τους διέφερε, καθώς μέχρι το τέλος του 4ου αι. π.Χ. τα χρησιμοποιούσαν για να τα διαβάζουν σε ζωντανό ακροατήριο.(Easterling & Knox, 2000, σσ.27,34)
         Πριν τον 3ο αι. π.Χ. πολλά βιβλία σώθηκαν χάρη στην ύπαρξη ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Η ίδρυση των ελληνιστικών βιβλιοθηκών της Περγάμου και της Αλεξάνδρειας συνέβαλλε τα μέγιστα στη διατήρηση και συλλογή των ελληνόγλωσσων βιβλίων και στην παραγωγή αντιγράφων.(Dorandi, 2003, σ.13) Η εργασία των αλεξανδρινών φιλολόγων υπήρξε σπουδαία, με το φιλόλογο Δίδυμο να ξεχωρίζει ως ο πιο παραγωγικός.(Wilson, 2003, σ.100) Εκατοντάδες έργα εκδόθηκαν, δημοσιεύτηκαν, εξηγήθηκαν και κυκλοφόρησαν στην αγορά κατά τη διάρκεια των 150 χρόνων που το Μουσείο και η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας γνώριζαν τη μεγαλύτερη ακμή τους.(Easterling & Knox,2000, σ.37)
         Στη Ρώμη, μετά το τέλος της περιόδου της δημοκρατίας, ιδρύθηκαν δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες που τα συγγράμματά τους διακρίνονταν σε ελληνόγλωσσα και λατινόγλωσσα. Στις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες φυλάσσονταν και συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός βιβλίων, τα οποία μπορούσαν να μελετηθούν από το κοινό.(Dorandi, 2003, σ.14) Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στήριζε και σταθεροποιούσε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλη την επικράτειά της.(Easterling & Knox, 2000, σ.64)
         Στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια ζούσε μια πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα και η Αλεξάνδρεια μέχρι τις αρχές του 3ου αι.μ.Χ. έγινε κέντρο του ιουδαϊσμού. Οι δάσκαλοι του χριστιανισμού δεν αντικατέστησαν τα κείμενα των Εθνικών με τα χριστιανικά.(Wilson,2003, σσ.101-102) Στην εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μελετούσαν τους κλασικούς συγγραφείς ερμηνεύοντάς τους αλληγορικά, με απώτερο σκοπό να διδάξουν την αρετή.(Easterling & Knox, 2000, σ.65)  Μάλιστα τον 10ο αι., στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ έχουμε μεγάλη άνθιση του βιβλίου και αυτό το αποδεικνύουν τα σπαράγματα που προέρχονται από την εν λόγω εποχή. Κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων η αρχαία Ελληνική λογοτεχνία κατείχε σημαντική θέση.(Hunger,2003, σ.19) Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν οι παλίμψηστοι κώδικες, όπου, λόγω έλλειψης περγαμηνών, τα χριστιανικά κείμενα καλύπτονταν από τα αρχαιοελληνικά, αφού τα πρώτα είχαν αποξεσθεί. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας του 19ου αι. τα σβησμένα κείμενα ξαναδιαβάστηκαν και με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν πολλά περισσότερα χειρόγραφα.(Jaeger, 1987, σ.35) Στη διάσωση συλλογών χειρογράφων στα τέλη του 13ου αι.μ.Χ. συνέβαλλαν και πολλές μονές της Κωνσταντινούπολης με σπουδαιότερες τις μονές Στουδίου και Οδηγών.
         Με την παρακμή του Βυζαντίου πολλοί άνθρωποι του πνεύματος αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές της Ελλάδας και στη συνέχεια, υπό την απειλή των Οθωμανών, στη Δύση, όπου αντέγραψαν χιλιάδες κλασικά κείμενα.(Hunger, 2003, σσ.20-24) Η εχθρική αντιμετώπιση των ειδωλολατρών συγγραφέων από τους αιρετικούς χριστιανούς είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών βιβλίων, αλλά ο Μεσαίωνας και η Αναγέννηση έρχονται να αποκαταστήσουν την αρχαία Ελληνική γραμματεία.(Easterling & Knox, 2000, σσ.66,68) Ένας από τους παράγοντες ανάπτυξης του κινήματος του Ουμανισμού ήταν η συλλογή και παραγωγή κωδίκων, για τη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας.(Hunger,2003, σ.25)
         Τα σπάνια έργα, σε μεγάλο ποσοστό, οφείλουν την επιβίωσή τους ή την καταστροφή τους στον παράγοντα τύχη. Η τυπογραφία από τα μέσα του 15ου αι. αποτελούσε εγγύηση για την αποκατάσταση, διάσωση και διάδοση όσων κειμένων είχαν μεταφερθεί στην Ιταλία.(Vogt, 2003, σ.122)

      3. Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙ. ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.
         Οι Γερμανοί επιστήμονες και πολιτικοί του 19ου αι. οικειοποιήθηκαν το πολιτιστικό μοντέλο των αρχαίων Ελλήνων, με απώτερο στόχο να αντιμετωπίσουν την κοινωνικοπολιτική υπεροχή των Γάλλων που πήγαζε από το ρωμαϊκό πολιτισμό.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.15) Ο ελληνικός πολιτισμός εξιδανικεύτηκε και αποτέλεσε τη βάση της εθνικής εκπαίδευσης στη Γερμανία. Αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας και την ήττα που υπέστη το 1806 ο γερμανικός στρατός από το Ναπολέοντα, η ανάγκη για τόνωση του εθνικού φρονήματος ήταν επιτακτικότερη.(Ό.π., σσ.16,17)
         Οι Γερμανοί ήταν κατεξοχήν θαυμαστές της αρχαίας Ελλάδας και ειδικότερα της κλασικής περιόδου της εδραίωσης της δημοκρατίας και των πόλεων-κρατών. Θεωρούσαν ότι το κράτος τους ταυτιζόταν και ήταν συνεχιστής της Ελλάδας την εποχή εκείνη.(Ό.π., σ.17) Στα τέλη του 18ου αι. η Ευρώπη έγινε μάρτυρας πολλών κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών αλλαγών, υπό την επιρροή των ιδεών της γαλλικής επανάστασης. Οι υπήκοοι του βασιλιά της Γαλλίας μετατράπηκαν σε Γάλλους πολίτες. Οι γερμανόφωνοι λαοί αναζητούσαν την εθνική τους ταυτότητα με στόχο να ενοποιήσουν τα επιμέρους κρατίδια και να δημιουργήσουν ένα ενιαίο εθνικό κράτος.(Πολίτης, 2008, σσ.48-49) Κατά συνέπεια η ιστοριογραφία τους είχε πολιτική χροιά αφού πίστευαν ότι στις ελληνικές πόλεις – κράτη, που συνδέονταν με κοινή γλώσσα, βρισκόταν η λύση στο πρόβλημά τους.(Funke, 1996, σσ.88,96) Βέβαια η Γερμανία δε θα είχε την τύχη των ελληνικών πόλεων που κατέρρευσαν από τον επεκτατισμό των Μακεδόνων στη μάχη της Χαιρώνειας το 338π.Χ.(Ό.π., σσ.98,102) Από την άλλη, η Ελλάδα δεν έσβησε μετά τη μάχη της Χαιρώνειας αλλά βγήκε πιο δυνατή και προχώρησε γνωρίζοντας μεγάλη δόξα. Ίσως μπορούσαν κι αυτοί να προσδοκούν αντίστοιχα αποτελέσματα, με την Πρωσία στο ρόλο της Μακεδονίας.(Ό.π., σσ.99,103)
         Μια παράμετρος που πρέπει επίσης να εξετάσουμε είναι η στροφή στη λαογραφική επιστήμη που έχει τις ρίζες της στη Γερμανία και τόπο γέννησης την αρχαία Ελλάδα. Τα ομηρικά έπη έχουν συνδεθεί με τη λαϊκή δημιουργία, γι’ αυτό οι γερμανοί επιστήμονες προσπάθησαν να τα προσεγγίσουν.(Πολίτης, 2008, σ.57) Τα δημοτικά τραγούδια διαφοροποιούσαν τους Γερμανούς από τους άλλους λαούς σε εθνικό επίπεδο, μιας και μέχρι τις αρχές του 19ου αι. δεν κατόρθωσαν να σχηματίσουν ένα πολιτικά ενιαίο κράτος.(Puchner,1996, σ.248)
         Με αφορμή την ανασύσταση του ελληνικού κράτους, στράφηκαν στη μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας(19ος αι.), έχοντας ως αφετηρία την υποδούλωση από τους Ρωμαίους. Οι ιστορικές τους έρευνες συνέθεσαν την ιστορία του ελληνικού έθνους, παραμερίζοντας την ενασχόληση με τη μελέτη του Βυζαντίου και της παγκόσμιας ιστορίας. (Χρυσός, 1996, σσ.18-19)
         Η μελέτη του Βυζαντίου αναπτύχθηκε ως ένας ξεχωριστός κλάδος μελέτης, λόγω της ιδιομορφίας που παρουσίαζε ως προς τη γλώσσα και το περιεχόμενο γενικότερα.(Καρπόζηλος, 1996, σσ.130,135) Αργότερα, αποδείχτηκε ότι το Βυζάντιο στάθηκε συνδετικός κρίκος στη μελέτη του Νέου Ελληνισμού.(Ό.π., σ.136) Στα τέλη του 19ου αι. η γερμανική βυζαντινολογία μας πρόσφερε μέσω του K.Krumbacher την Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας. Όλη αυτή η κίνηση έγινε αισθητή και στην Ελλάδα όπου έχουμε την ανάπτυξη ακαδημαϊκής θεολογίας και προσπάθειες ίδρυσης της αυτοκέφαλης Ελλαδικής Εκκλησίας.(Χρυσός, κ.α., 1996, σσ.20-21)
         Αρχιτεκτονική και ζωγραφική προδίδουν τη σαφή προτίμηση των Γερμανών καλλιτεχνών στην κλασική Ελλάδα και αυτή τους την τάση την μετάγγισαν και στην Αθήνα. Από το παλάτι του Όθωνα και τα βασικότερα μνημειακά οικοδομήματα της νεοσύστατης πόλης, μέχρι και το πιο ταπεινό σπίτι επικρατούσε ο νεοκλασικός ρυθμός.(Πολίτης, 2008, σ.80) Μοναδική εξαίρεση στον κεντρικό άξονα της πόλης αποτελεί το Οφθαλμιατρείο, χτισμένο σε βυζαντινό ρυθμό.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.23)
         Γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, φανερά επηρεασμένες από την αρχαία Ελλάδα, κατέλαβαν σημαντική θέση στις ανθρωπιστικές επιστήμες.(Ό.π., σσ.23-24) Η απόκτηση άριστης γνώσης της ελληνικής γλώσσας υπήρξε θεμελιώδης για την έρευνα της Ελληνικής αρχαιότητας. Ο G.Herman(1772-1848) με τα Orfhica του(1805) αποδεικνύει μια υποδειγματική γνώση της ελληνικής γλώσσας, όπως επίσης και ο K.Lachmann(1793-1851). Ο J.G.Droysen(1808-1884) στο Geschichte des Hellenismous μελετά τη μετακλασική εποχή, ενώ τις περισσότερες έρευνες αναλαμβάνουν πλέον οι ακαδημίες.(Vogt,2003, σ.129)
         Αφορμή για την όψιμη στροφή προς τις κλασικές σπουδές στη Γερμανία στάθηκαν ο Έρασμος, ο οποίος θεωρούσε τη γνώση των Ελληνικών απαραίτητη, και το κίνημα του Ουμανισμού.(Goldhill, 2003, σ.37) Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων φιλολόγων επέλεγε τη Γερμανία, και ειδικότερα το Βερολίνο για σπουδές. Ο Βαυαρός βασιλιάς της Ελλάδας πιθανόν να τους είχε επηρεάσει εν μέρει, ενώ ήταν γνωστό το υψηλό επίπεδο της γερμανικής αρχαιογνωσίας. Αργότερα, σαν φυσικό επακόλουθο, το νεοσύστατο «Οθώνειο Πανεπιστήμιο» στελεχώθηκε από Γερμανούς και Γερμανομαθείς καθηγητές που μετέδιδαν στους σπουδαστές τα συμπεράσματα, τις ιδέες και τον τρόπο σκέψης των δικών τους δασκάλων.(Κακριδής, 1996, σσ.28-30) Τα περισσότερα βιβλία ή συγγράμματα ήταν Γερμανικά και πολλά μεταφράστηκαν για να χρησιμοποιηθούν από όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης του 19ου αι.(Ό.π., σσ.31-32) Η «μαθητευόμενη» ελληνική κλασική φιλολογία ήταν άμεσα εξαρτημένη από τους Ευρωπαίους, γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχαν οι υποδομές, αλλά και γιατί οι άνθρωποι που θα την στελέχωναν δε διέθεταν γνώσεις αντίστοιχες των φιλελλήνων. (Ό.π., σσ.34-35)
         Ωστόσο, ο J.P.Fallmerayer και η θεωρία του, που αμφισβητούσε ευθαρσώς την καταγωγή των νεοελλήνων από τους αρχαίους Έλληνες, αφύπνισε τους Έλληνες επιστήμονες. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος τον αντιμετώπισε με την ιστοριογραφία, ο Ν.Πολίτης με τη λαογραφία και ο Γ.Χατζιδάκης με τη γλωσσολογία.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.36)
         Η γερμανική διανόηση του 19ου αι. τοποθέτησε τον ελληνικό πολιτισμό στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου και τον χρησιμοποίησε σαν υπόδειγμα για να χτίσει το έθνος της. Οι Έλληνες επιστήμονες αποκόμισαν πολλές γνώσεις από τους Γερμανούς συναδέλφους τους, κερδίζοντας αρκετό από το χαμένο χρόνο που τους «έκλεψε» η σκλαβιά, ώστε να κατακτήσουν κάποτε το επίπεδο των αρχαίων Ελλήνων.

      4. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.
         Οι συνθήκες διαβίωσης του σύγχρονου ανθρώπου έχουν βελτιωθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες αλλά το στρες σε συνδυασμό με τις πιεστικές συνθήκες ζωής οδηγούν στην ανάγκη για ψυχαγωγία και ταξίδια. Κάθε χώρα μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή τη συγκυρία προς όφελός της προσελκύοντας τουρίστες από το εξωτερικό ή το εσωτερικό.
         Η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου παράγει οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη. Είναι επιτακτική ανάγκη η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής του πολιτισμού, ώστε να πετύχουμε αποτελεσματικότερη συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή υπηρεσιών.(Βερνίκος, 2005, σσ.25-26) Η τεχνολογία είναι μια ανερχόμενη δύναμη, που έχει εισέρθει και στον τομέα του πολιτισμού. Με την παραγωγή εκπαιδευτικών και ψυχαγωγικών παιχνιδιών, γίνεται μηχανή προβολής του πολιτισμού και σημαντικός πόρος εσόδων. Θετικό στοιχείο είναι η ένταξη στον χώρο του πολιτισμού άλλων τομέων όπως π.χ. το περιβάλλον, οι χώροι λατρείας κτλ.(Ό.π., σ.27)
         Τα υλικά κατάλοιπα του πολιτισμού βρίσκονται συνήθως εκτεθειμένα σε δημόσια μουσεία με σκοπό να «καταναλωθούν» από το κοινό. Οπότε, μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτιστικής και οικονομικής εκμετάλλευσης.(Μπούνια, 2005, σ.45) Μετά το 1980 οι «πολιτισμικές βιομηχανίες» έφεραν θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη πολλών περιοχών, με την αρχιτεκτονική διαμόρφωσή τους. Αξιοποιήθηκαν περιοχές που θεωρούνταν αναξιοποίητες και αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και παρακμή.
         Το χτίσιμο ενός μουσείου φέρνει οικονομική και αισθητική ανάπτυξη σε έναν τόπο. Δημιουργούνται θέσεις εργασίας που εξασφαλίζουν την ευημερία των πολιτών, γίνονται επενδύσεις ακόμη και από το εξωτερικό κ.ο.κ. Με τους κατάλληλους χειρισμούς της πολιτιστικής κληρονομιάς η περιοχή μπορεί να γνωρίσει τουριστική άνθιση, καθώς οι επισκέπτες κατά την παραμονή τους διαθέτουν κάποια ποσά για τη διασκέδασή τους, για αναμνηστικά δώρα κτλ.(Ό.π., σ.49)
         Τα σύγχρονα «κτίρια – υπογραφές», έργα γνωστών αρχιτεκτόνων, λειτουργούν συνήθως ως μουσεία. Είναι εντυπωσιακά κτίρια, μοναδικής αρχιτεκτονικής και γίνονται τα σύγχρονα σύμβολα των πόλεων. Συμβάλλουν στη διεθνή προβολή της πόλης που βρίσκονται και οι τουρίστες σπεύδουν να το θαυμάσουν ή να το μελετήσουν από κοντά.(Ό.π., σσ.49-50) Οι οικονομικές για τον τόπο είναι ανεκτίμητες και η απόσβεση των εξόδων του έργου μπορεί να επιτευχθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Η αγορά εισιτηρίων ή αντικειμένων από τα καταστήματα του μουσείου δεν είναι οι μόνες οικονομικές παράμετροι, αλλά επιπλέον αυξάνεται η αξία της γης και των ακινήτων.(Ό.π., σ.52)
         Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να παρέχει υπέρογκες χρηματοδοτήσεις, έτσι πολλά μουσεία στρέφονται στο μάρκετινγκ προκειμένου να επιβιώσουν και μετατρέπονται σε εκπαιδευτικούς και παράλληλα ψυχαγωγικούς χώρους. Οργανώνουν διάφορες δραστηριότητες με επίκεντρο τον πολιτισμό και προσελκύουν περισσότερους τουρίστες αυξάνοντας τα έσοδά τους.(Ό.π., σ52)
         Ο τουρισμός παρέχει στην Ελλάδα σοβαρή οικονομική στήριξη. Συνετή κίνηση θα ήταν να μην επιδιώκουμε το εύκολο και γρήγορο κέρδος με τη μαζική προσέλευση τουριστών κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών για την απόλαυση του ήλιου και της θάλασσας. Μπορούμε να προσελκύσουμε μεγαλύτερο αριθμό τουριστών ολόκληρο το χρόνο αναπτύσσοντας τον πολιτιστικό τουρισμό, αλλά και τις άλλες μορφές τουρισμού. (Παυλογεωργάτος, 2005, σ.70)

      5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ.
         Η αρχαιολογία καθημερινά φέρνει στο φως νέα ευρήματα. Τα μουσεία έχουν χρέος να τα προβάλλουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
         Πριν τον 19ο αι., οι ευρωπαίοι περιηγητές επισκέπτονταν την Ελλάδα για να θαυμάσουν τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων. Σήμερα λίγοι είναι οι τουρίστες που έρχονται στη χώρα μας για τον ίδιο λόγο. Η πλειοψηφία απολαμβάνει τον ήλιο και τη θάλασσα με φόντο τα αρχαία μνημεία.
         Ο τουρισμός θεωρείται ως η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας και γνωρίζουμε ότι δεν έχουν άδικο. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν οι πρόγονοί μας θα αποδέχονταν αυτού του είδους την εκμετάλλευση που αιώνες τώρα συντελείται.


      6.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
      • Βερνίκος, Ν., (2005), «Το διεθνές πλαίσιο για τις πολιτιστικές στατιστικές της UNESCO και οι κατηγορίες των πολιτιστικών δραστηριοτήτων», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ.,Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ.,  (επιμ.), Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά, εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.23-38
      • Κακριδής, Φ.,(1996), «Η γερμανική διαχείριση της ελληνικής κληρονομιάς.», στο Χρυσός, Ε,(επιμ.)Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα. Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.25-40
      • Καραβιδόπουλος, Ι., (2009), Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ.Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη
      • Καρπόζηλος, Α., (1996), «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός», στο Χρυσός, Ε, (επίμ.) Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα. Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.129-142
      • Μπούνια, Α., (2005), «Τα μουσεία ως πολιτιστικές βιομηχανίες: θέματα και προβληματισμοί – μια προκαταρκτική συζήτηση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ., (επιμ.), Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά, εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.39-58
      • Παυλογεωργάτος, Α. & Κωστάντογλου, Μ., (2005), «Πολιτισμικός τουρισμός: η περίπτωση της Ελλάδας», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ., (επιμ.), Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά, εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.59-84
      • Πολίτης, Α., (2008), Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, εκδ.Ε.Μ.Ν.Ε- Μνήμων, Αθήνα
      • Χρήστου, Π., (2004), Ελληνική Πατρολογία, εκδ.Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη
      • Χρυσός, Ε., Κακριδής, Φ., Funke, P., Καρπόζηλος, Α., Eideneir, H., Puchner, W. & Μερακλής, Μ.,(1996), «Novus incipit orbis: εισαγωγή στη θεματική του συνεδρίου», στο Χρυσός, Ε, (επίμ.)  Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα. Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.13-24,
      • Dorandi, T., (2003), «Η παράδοση των κειμένων στην αρχαιότητα. Τα βιβλία.» μτφρ.Κοτζαμπάση, Σ., στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.), Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.3-17
      • Easterling, P.,E. & Knox, B.,M.,W.,(2000), Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας., μτφρ.Κονόμη, Ν., Κονόμη, Μ., Γρίμπα, Χρ.,εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα
      • Funke, P., (1996), «Η αρχαία Ελλάδα: ένα αποτυχημένο έθνος; Ζητήματα πρόσληψης και ερμηνείας της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στη γερμανική ιστοριογραφία του 19ου αι.», στο  Χρυσός, Ε, (επιμ.) Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα. Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.83-106
      • Hunger, H., (2003), «Η χειρόγραφη παράδοση στο Μεσαίωνα και τους πρώιμους νέους χρόνους. Παλαιογραφία.», μτφρ. Κοτζαμπάση, Σ.,στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.), Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.18-47
      • Goldhill, S., (2003), Ποιος χρειάζεται τους Έλληνες; Ποιος χρειάζεται τα ελληνικά; Μτφρ. Κουσουνέλος, Γ.,εκδ.Ενάλιος, Αθήνα
      • Jaeger, G., (1987), Εισαγωγή στην κλασική φιλολογία, μτφρ.Ιακώβ, Δ., Πεχλιβάνος, Μ., εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα
      • Puncher, W., (1996), «Οι ιδεολογικές βάσεις της επιστημονικής ενασχόλησης με το λαϊκό πολιτισμό τον 19ο αι.», στο Χρυσός, Ε, (επιμ.)  Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα. Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ. 247-268,
      Vogt, (2003), «Η χειρόγραφη παράδοση στο Μεσαίωνα και τους πρώιμους νέους χρόνους. Παλαιογραφία.», μτφρ. Κοτζαμπάση, Σ.,στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.), Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.122-129
      • West, M., (1989), Κριτική των κειμένων και τεχνική των εκδόσεων, μτφρ.Παράσογλου, Γ., εκδ.Δαίδαλος, Αθήνα
      • Wilson, N., (2003), «Η ελληνική φιλολογία στην αρχαιότητα», μτφρ.Αναστασίου, Ι., στο Heiz-Gunther Nesselrath(επιμ.), Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.89-107


      ΑΝΑΛΥΣΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ:
      Ποιότητα ιδεών: 4/5
      Δομή/ Παρουσίαση: 2/ 2.5
      Γλώσσα: 1.5/ 1.5
      Έρευνα: 1/ 1 (η καλύτερή μου!)
      ΣΥΝΟΛΟ:8.5/ 10

         Το πρώτο υποερώτημα έχει απαντηθεί σωστά αλλά έπρεπε να δώσω έμφαση στην ευρύτερη σημασία και το ρόλο του κλάδου της φιλολογίας. Το δεύτερο υποερώτημα έχει απαντηθεί πολύ καλά και με πολλά επιχειρήματα. Στο τελευταίο θα έπρεπε να βάλουμε τις δικές μας απόψεις(αλλά είχα πρόβλημα με το όριο των λέξεων) Γενικά η δομή και η γλώσσα της εργασίας είναι πολύ καλές και η έρευνα βοηθά στη βελτίωση της συνολικής εικόνας της εργασίας.